Γρηγόριος Ζιάκας: Ο ρόλος της Εκκλησίας στον πολιτισμό της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Άλωση Θεσσαλονίκης από τους Άραβες 904. Από το Χρονικό του Σκυλίτζη.

Καθηγητής Γρηγόριος Ζιάκας, Τμήμα Θεολογίας Α.Π.Θ.

Η Θεσσαλονίκη, η πρωτεύουσα της Μακεδονίας και του ευρύτερου χώρου της χερσονήσου του Αίμου, έχει μακρά και λαμπρή ιστορία. Τα πρώτα αρχαιολογικά της ευρήματα ανάγονται ήδη στον 6ο π.Χ. αιώνα.

Μεγάλη όμως πόλη με τεράστια ιστορία και λαμπρό βίο και πολιτισμό γίνεται η Θεσσαλονίκη στα 316/15 π.Χ., όταν την εποίκησε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Κάσσανδρος και της χάρισε το όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, ετεροθαλούς αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου, για να την τιμήσει. Στη μεγάλη της ιστορία η Θεσσαλονίκη πέρασε ημέρες δόξης και θλίψης. Καμιά όμως από τις δυσμενείς περιόδους δεν ήταν τόσο θλιβερή, όσο η περίοδος της οθωμανικής δουλείας, που κράτησε 482 ολόκληρα χρόνια.

Είναι ασφαλώς δύσκολο, μα και άκρως ενδιαφέρον και διδακτικό, το εγχείρημα να σκιαγραφηθεί στον περιορισμένο χρόνο ενός Συνεδρίου ο πνευματικός βίος και πολιτισμός της Θεσσαλονίκης στη μακρά και σκοτεινή περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας και να εξαρθούν οι δυνάμεις εκείνες της ελληνικής ψυχής που εμψύχωσαν το χειμαζόμενο Γένος και συνετέλεσαν στην αντοχή και επιβίωσή του.

Αναμφίβολα μια απ’ αυτές τις πνευματικές δυνάμεις, η πρώτη και κυρίαρχη, είναι η εκκλησία με όλο το εύρος της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης. Γύρω από αυτήν συσπειρώθηκαν και σιγά σιγά αναδείχθηκαν οι δραστήριοι εκείνοι παράγοντες της οικονομικής και πνευματικής ζωής, που κράτησαν το Γένος όρθιο στις δύσκολες ώρες του και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την αναγέννησή του και την κατοπινή ανάστασή του.

1. Η άλωση της Θεσσαλονίκης
Δύο φορές κατελήφθη η Θεσσαλονίκη από τους Οθωμανούς τούρκους. Η πρώτη κατάληψη ήταν προσωρινή· έγινε στα 1387, επί Μουράτ Α΄(1359-1389), ύστερα από δεινή πολιορκία τεσσάρων χρόνων (1383-1387) και κράτησε ως το 1403 1.

Η δεύτερη και οριστική, που κράτησε κοντά πέντε αιώνες, έγινε στα 1430. Παρά την προσωρινότητά της, η πρώτη εκείνη κατάληψη είχε οδυνηρά αποτελέσματα για την πόλη. Στα 1395 η Θεσσαλονίκη δοκίμασε για πρώτη φορά την οδύνη του σκληρού θεσμού του παιδομαζώματος (devsirme στα τουρκικά), που είχε συστήσει στα 1363 ο Μουράτ Α΄, και που εφαρμόστηκε έπειτα συστηματικώς στην οθωμανική αυτοκρατορία2.

Η μεγάλη συμφορά ωστόσο σημειώνεται στις 29 Μαρτίου του 1430, όταν η Θεσσαλονίκη πέφτει οριστικά στα χέρια των οθωμανών, οι οποίοι την πολιορκούν ασφυκτικά με επικεφαλής τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ (1421-1451).

Η οριστική άλωση της Θεσσαλονίκης από τον σουλτάνο Μουράτ Β΄ περιγράφεται ζωντανά, με μελανά χρώματα, από τον αυτόπτη μάρτυρα Ιωάννη Αναγνώστη, ο οποίος ανήκε στις κατώτερες τάξεις του κλήρου της πόλης και έγραψε τα απομνημονεύματά του είκοσι περίπου χρόνια μετά την άλωση3.

Της καταλήψεως επακολούθησε τριήμερο λεηλασίας και εξανδραποδισμού. Στο τέλος του τρομερού τριημέρου εισήλθε θριαμβευτικώς ο Μουράτ στην πόλη και έσπευσε έφιππος να προσευχηθεί στο ναό της Αχειροποιήτου, από τους αρχαιότερους και σπουδαιότερους ναούς της Θεσσαλονίκης, τον οποίο μετέτρεψε αμέσως σε μουσουλμανικό τέμενος.

Το μοιραίο ρήγμα, από το οποίο οι Τούρκοι εφόρμησαν στην πόλη, σημειώθηκε στην περιοχή του Τριγωνίου, λίγο παρακάτω από το ανώτερο τμήμα του ανατολικού τείχους4.

Τρομοκρατημένος ο κόσμος έτρεχε να κρυφτεί στα σπίτια, και κυρίως στις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Μάταια όμως· έφιπποι και πεζοί οι στρατιώτες, που ξεχύθηκαν στους δρόμους της πόλης, λεηλατούσαν και άρπαζαν ως σκλάβους άνδρες, γυναίκες και παιδιά και τους έσερναν δεμένους σε μακρές αλυσίδες.
«Το πρώτον παίδες μεν γονέων, γυναίκες δε ανδρών και φίλοι φίλων, και οι καθ’ αίμα των ομοίων ελεεινώς εχωρίζοντο», θρηνεί ο Ιωάννης Αναγνώστης, ο οποίος ανεβάζει τους σκλάβους σε 7.000 5.

1 Την δύσκολη αυτή περίοδο της ιστορίας της Θεσσαλονίκης περιγράφει διεξοδικά ο ιστορικός και καθηγητής Απόστολος Βακαλόπουλος στη μονογραφία του Ιστορία της Θεσσαλονίκης 316 π.Χ.-1983 (Θεσσαλονίκη, 1983) 156-184. Κυβερνήτης και υπερασπιστής της Θεσσαλονίκης κατά την περίοδο της πρώτης δεινής πολιορκίας της από τους Οθωμανούς (1383-1387) ήταν ο κατοπινός αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ο Παλαιολόγος, βλ. G. I. Dennis, The Reign of Manuel II Palaeologus in Thessalonica, 1382-1387 (Orientalia christiana Analecta 159), Rome 1960. O Dennis επίσης στο άρθρο του «The Second Capture of Thessalonica», BZ 57 (1964) 53-61 αναφέρει ότι στα 1394 η Θεσσαλονίκη διατηρούσε ακόμη κάποια αυτονομία στα χέρια των Βυζαντινών. Πρόκειται για μαρτυρίες που προσκομίζει ο Μ. Λάσκαρις στον τόμο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος (1951) 331 εξ.

2 Άμεσες πληροφορίες για την πρώτη αυτή δοκιμασία της Θεσσαλονίκης αντλούμε από τις ομιλίες του αρχιεπισκόπου της Ισιδώρου Γλαβά (1380-1396). Ιδιαίτερα αποκαλυπτική για την οδύνη του παιδομαζώματος είναι η παρηγορητική του ομιλία με τον τίτλο «Περί αρπαγής των παίδων και περι της μελλούσης κρίσεως».
Του αρχιεπισκόπου Ισιδώρου Γλαβά σώζεται συλλογή 47 ομιλιών, που αναφέρονται στα πιεστικά κοινωνικά προβλήματα της εποχής του και περιέχονται στην Ελληνική Πατρολογία της εκδόσεως Migne: PG, 139, 11-164. Λίγες μόνο από τις ομιλίες του έχουν εκδοθεί: βλ. Β. Λαούρδα, «Ισιδώρου Θεσσαλονίκης Ομιλίαι εις τας εορτάς του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης» (Θεσσαλονίκη, 1954). Απ. Ε. Βακαλοπούλου, «Οι δημοσιευμένες ομιλίες του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Ισιδώρου ως ιστορική πηγή για την γνώση της πρώτης τουρκοκρατίας (1387-1402)», Μακεδονικά 4 (1955-60) 20-34.

[3] Ιωάννου Αναγνώστου, «Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης», έκδ. Βόννης 1888 (μαζί με τον Φραντζή). Βλ. επίσης Ιωάννου Αναγνώστου, «Μονῳδία επί τη αλώσει της πόλεως της Θεσσαλονίκης», έκδ. Βόννης, σελ. 529-534. Με τα έργα αυτά ασχολήθηκε ο Γ. Τσάρας, «Διήγησις περί της τελευταίας αλώσεως της Θεσσαλονίκης», «Μονῳδία επί τη αλώσει της Θεσσαλονίκης», Θεσσαλονίκη 1958· του ιδίου, «Οι δύο έμμετρες μονωδίες για την τελευταία άλωση της Θεσσαλονίκης», Μακεδονικά 9 (1969) 64-100.

[4] Βλ. Απ. Βακαλόπουλου, Ιστορία τΗς Θεσσαλονίκης, σ. 191.

[5] Για την άλωση και τη λεηλασία της Θεσσαλονίκης βλ. Απ. Βακαλόπουλου, ό.π.

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή