Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Συνάντηση του Κυρίου με τη Σαμαρείτιδα: Από το πηγάδι του Ιακώβ στην πηγή της ζωής

Η συνάντηση του Χριστού με την Σαμαρείτιδα.

Θησαυρός Δαμασκηνού 

Λόγος ΛΑ’ 

Στην Κυριακή της Σαμαρείτιδος

Ευλογημένοι Χριστιανοί, εκείνοι οι άνθρωποι που σκάβουν στα βάθη της γης αναζητώντας ασήμι, όταν βρουν μια φλέβα που δείχνει σημάδια πολύτιμου μετάλλου στο χώμα, χαίρονται βέβαια που την ανακάλυψαν, αλλά δεν την παρατούν. Αντίθετα, όσο περισσότερο βρίσκουν, τόσο βαθύτερα σκάβουν και την κυνηγούν, για να βρουν περισσότερο πλούτο και να βγάλουν μεγάλο κέρδος.

Έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς οι Χριστιανοί που ακούμε τον λόγο του Θεού: να τον κάνουμε πράξη. Επειδή από την περασμένη Κυριακή αρχίσαμε να ιστορούμε και να εξηγούμε το θείο και ιερό Ευαγγέλιο του Ιωάννη του Θεολόγου, ας μην το αφήσουμε μέχρι το τέλος. Διότι δεν μας προσφέρει υλικό και προσωρινό πλούτο, αλλά μας προξενεί ψυχική ωφέλεια και αιώνια ζωή.

Αν εκείνοι οι άνθρωποι θυσιάζουν πολλές φορές όλη τους τη ζωή και κοπιάζουν μέρα-νύχτα -κι ας χάνεται καμιά φορά η φλέβα του μετάλλου και αναγκάζονται να ψάξουν αλλού, ξοδεύοντας και χρεώνοντας τους εαυτούς τους για ένα μικρό κέρδος- πόσο μάλλον εμείς οι ευσεβείς Χριστιανοί πρέπει να τρέχουμε με προθυμία στην Εκκλησία;

Για να κερδίζουμε το μεγάλο όφελος της ψυχής μας από τα λόγια του Ιερού Ευαγγελίου. Ας δούμε, λοιπόν, και σήμερα τι μας διδάσκει το θείο Ευαγγέλιο και ας το ερευνήσουμε καλά για να ωφεληθούμε ψυχικά.

«Τω καιρώ εκείνω έρχεται ο Ιησούς εις πόλιν της Σαμαρείας, λεγομένην Σιχάρ, πλησίον του χωρίου, ο έδωκεν Ιακώβ Ιωσήφ τω υιώ αυτού· ην δε εκεί πηγή του Ιακώβου».
Δηλαδή, εκείνη την εποχή πήγε ο Χριστός σε ένα κάστρο της Σαμαρείας που ονομαζόταν Σιχάρ, κοντά στον τόπο που χάρισε ο Ιακώβ στον γιο του τον Ιωσήφ.
Αυτό είναι το κείμενο του Ευαγγελίου. Εμείς όμως ας εξηγήσουμε σε ποιον καιρό αναφέρεται ο Ευαγγελιστής, ποια ανάγκη έφερε τον Κύριο στη Σιχάρ και ας διηγηθούμε πώς ο Ιακώβ έφτιαξε εκεί το πηγάδι και το χάρισε στον Ιωσήφ.

Ο Κύριος, περιπατώντας στη γη, δίδασκε τους ανθρώπους. Ακούγοντας τον λόγο Του, οι άνθρωποι πίστευαν σε Αυτόν και βαπτίζονταν. Οι Φαρισαίοι όμως, βλέποντας τον κόσμο να τρέχει στον Χριστό, θέλησαν να Τον σκοτώσουν. Γι’ αυτό ο Κύριος, αποφεύγοντας τις προκλήσεις, έφυγε από τα Ιεροσόλυμα για τη Γαλιλαία. Στον δρόμο του πέρασε από αυτό το κάστρο που αναφέρει ο Ευαγγελιστής.

Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα, το μαρτυρεί παραπάνω ο ίδιος ο Ευαγγελιστής, λέγοντας: «Ως ούν έγνω ο Κύριος, ότι ήκουσαν οι Φαρισαίοι, ότι Ιησούς πλείονας μαθητάς ποιεί, και βαπτίζει ή Ιωάννης, καίτοι γε Ιησούς αυτός ουκ εβάπτιζεν, αλλ’ οι μαθηταί αυτού, αφήκε την Ιουδαίαν, και απήλθε πάλιν εις την Γαλιλαίαν· έδει δε αυτόν διέρχεσθαι δια της Σαμαρείας».

Αφού λοιπόν εξηγήσαμε τον χρόνο και την αιτία, ας διηγηθούμε τώρα και για το πηγάδι του Ιακώβ, αλλά και για εκείνον τον τόπο.

Ο Ιακώβ είχε δώδεκα γιους και μία κόρη· τον Ρουβήν, τον Συμεών, τον Λευί, τον Ιούδα και τη Δείνα, τους απέκτησε με τη Λεία, τη μεγαλύτερη κόρη του Λάβαν. Τον Δαν και τον Νεφθαλείμ τους απέκτησε με τη Βαλλά, τη σκλάβα της Ραχήλ. Τον Γαδ και τον Ασήρ τους απέκτησε με τη Ζελφά, τη σκλάβα της Λείας. Τον Ισσάχαρ και τον Ζαβουλών τους απέκτησε και αυτούς αργότερα πάλι με τη Λεία. Τον δε Ιωσήφ και τον Βενιαμίν τους γέννησε με τη Ραχήλ.

Το πηγάδι του Ιακώβ
Μια μέρα, λοιπόν, βγήκε η Δείνα, η κόρη της Λείας και του Ιακώβ, για να δει τις κοπέλες εκείνου του τόπου. Την είδε τότε ο Συχέμ, ο γιος του Εμμόρ του Χορραίου, που ήταν ο άρχοντας εκείνης της γης· λοιπόν, την ανάγκασε με τη βία και κοιμήθηκε μαζί της. Και τόσο πολύ την αγάπησε, που πήγε και είπε στον πατέρα του, τον Εμμόρ: «Πάρε μου αυτή την κοπέλα για γυναίκα μου, αν θέλεις να είμαι ζωντανός».

Ο Ιακώβ, όταν άκουσε ότι ο Συχέμ ατίμασε την κόρη του, πικράθηκε πάρα πολύ. Οι άλλοι γιοι του έλειπαν στα πρόβατα που έβοσκαν· και το βράδυ, σαν ήρθαν, τους είπε τι είχε συμβεί. Σε όλους κακοφάνηκε πολύ αυτή η πράξη, το ότι δηλαδή εκείνος ανάγκασε με τη βία την αδελφή τους.

Το πρωί λοιπόν πήγε ο Εμμόρ, ο πατέρας του Συχέμ, στον Ιακώβ και στους γιους του και τους είπε: «Ο γιος μου ο Συχέμ αγάπησε πολύ την κόρη σας· δώστε την μας λοιπόν για γυναίκα του και συμπεθεριάστε μαζί μας. Πάρτε εσείς από τις δικές μας θυγατέρες και δώστε μας και εσείς νύφες, και να κατοικήσετε μαζί μας και να αναπαυθείτε. Εδώ έχουμε πολύ τόπο, υπάρχει άπλα πολλή και για εσάς και για τα πρόβατά σας· λοιπόν, τι σας εμποδίζει να μη συμπεθεριάσετε μαζί μας;».

Τότε αποκρίθηκαν οι δύο αδελφοί της Δείνας, ο Συμεών και ο Λευί, και Του λένε λοιπόν (του Εμμόρ) με πονηριά: «Εμείς δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό, να δώσουμε δηλαδή την αδελφή μας σε άνθρωπο που δεν είναι περιτμημένος, γιατί αυτό το θεωρούμε ντροπή. Αλλά αν θέλετε να συμπεθεριάσουμε και να κατοικήσουμε στον τόπο σας, περιτμηθείτε και εσείς όπως εμείς οι άνδρες, ώστε να γίνουμε όλοι μας όμοιοι. Αν όμως δεν θελήσετε να περιτμηθείτε, εμείς παίρνουμε τις κόρες μας και φεύγουμε για αλλού».

Ο Εμμόρ, μόλις άκουσε αυτόν τον λόγο, του φάνηκε καλός· πήγε λοιπόν και τον είπε και στον γιο του, τον Συχέμ, κι εκείνος τον δέχτηκε με κάθε χαρά, επειδή η καρδιά του ήταν ολοκληρωτικά δοσμένη στη Δείνα εξαιτίας της ομορφιάς της. Τότε ο βασιλιάς Εμμόρ και ο γιος του ο Συχέμ συγκέντρωσαν τους ανθρώπους του κάστρου και τους είπαν:
«Αυτοί οι άνθρωποι είναι σύμφωνοι μαζί μας και κατοικούν στη γη μας· ας ζουν ανάμεσά μας, αφού ο τόπος μας είναι μεγάλος και χωράει και εμάς και αυτούς. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να τους κρατήσουμε εδώ, για να κληρονομήσουμε και την περιουσία τους και τα πρόβατά τους και να συμπεθεριάσουμε μαζί τους, γιατί έχουν όμορφες θυγατέρες. Μόνο ένα θέλημα πρέπει να τους κάνουμε: να περιτμηθούμε και εμείς όπως αυτοί, για να γίνουμε όλοι ίσοι».

Οι άνθρωποι εκείνου του τόπου τους άκουσαν και περιτμήθηκαν όλοι τους. Την τρίτη ημέρα όμως, ενώ οι άνθρωποι (της πόλης) υπέφεραν, πήραν οι δύο γιοι του Ιακώβ, ο Συμεών και ο Λευί, τα αδέλφια της Δείνας, ο καθένας το σπαθί του, μπήκαν κρυφά στο κάστρο και σκότωσαν τον Εμμόρ και τον Συχέμ τον γιο του, καθώς και όλους τους άνδρες του κάστρου. Τις δε γυναίκες, τα πρόβατά τους και τα υπόλοιπα ζώα τους, τα πήραν για δικά τους αυτοί, τα αδέλφια τους και όλο τους το γένος.

Σε αυτόν λοιπόν τον τόπο έφτιαξε και ο Ιακώβ πηγάδι εκείνες τις ημέρες, σε ανάμνηση του πώς απέκτησε την κυριότητα του τόπου. Αυτόν τον τόπο, επειδή ήταν ο πιο εκλεκτός από όλα τα άλλα κάστρα, τον χάρισε ο Ιακώβ στον γιο του τον Ιωσήφ, επειδή τον αγαπούσε περισσότερο, σύμφωνα με όσα λέει η Παλαιά Διαθήκη στο τεσσαρακοστό όγδοο κεφάλαιο της Γενέσεως:
«Είπε δε Ιακώβ τω Ιωσήφ: Εγώ δίδωμί σοι Σίκημα εξαίρετον υπέρ τους αδελφούς σου, ην έλαβον εκ χειρός Αμορραίων εν μαχαίρα μου και τόξω».

Συνεχίζεται

Κύλιση στην κορυφή