
Αντώνιος Παπαδόπουλος
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Νικόλαος Καβάσιλας: Φιλομόναχος και φιλομάρτυς
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/antonis-papadopoulos-sygkrisi-tou-agiou-dimitriou-pros-iera-prosopa-tis-agias-grafis-apo-ton-nearo-nikolao-kavasila/
(Τα πρωτότυπα κείμενα μεταφράζονται ακολούθως και στα νέα ελληνικά)
Δ. Είπαμε ότι οι κλασικές σπουδές στη Θεσσαλονίκη συμβάδιζαν με τις θεολογικές συζητήσεις και ότι μερικές φορές η θεολογία συμπλήρωνε την κλασική παιδεία. Αυτός είναι ο στόχος του Καβάσιλα. Ο συγγραφέας μας αρχίζει το πρώτο εγκώμιό του με τον εγκωμιασμό της Θεσσαλονίκης. Εξυμνεί το κλίμα, τη γεωγραφική θέση της πόλεως, τον κλάδο των εμπορευμάτων και ειδικότερα εγκωμιάζει την πνευματική της παράδοση.
Καμιά άλλη πόλη δεν έχει να παρουσιάσει τόσους πολλούς και τόσο εκλεκτούς διανοουμένους όσο η Θεσσαλονίκη. Οι διανοούμενοι άλλων πόλεων θεωρούν τη Θεσσαλονίκη πνευματική τους πατρίδα, γιατί από την πόλη αυτή προέρχονται τα πρότυπα ιδεών, ύφους και πνευματικής καλλιέργειας.
Η νομοθεσία της Θεσσαλονίκης είναι υποδειγματική, ανώτερη και από την ιδεώδη πολιτεία που συνέθεσε ο Πλάτων. Η υπεροχή αυτή οφείλεται, βέβαια, σε όσα αναφέραμε, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι στην πόλη αυτή ασκεί μεγάλη ακτινοβολία ο Άθως.
«Τοιούτον ημίν τη πόλει το ήθος, και ούτως ακριβώς και μετά παντός του γιγνομένου, τους Ελλήνων έσωσε νόμους, ου προς ρήματος μόνον σφίσι κοινωνήσασα. Την γαρ θείαν φιλοσοφίαν και τους ενταύθα περί αυτήν έχοντας, καταλίπω, τοσούτους μεν όντας, όσοι μηδ᾽ εν απάση σχεδόν τη Ελλάδι, ούτω δ᾽ αγαθούς αρετής τεχνίτας, ως μη μόνον αυτούς δήπου της σφων τέχνης απολαύειν, αλλά και πολλοίς άλλοις τα τοιαύτα συμμαχείν έχειν, και Θεώ συνιστάναι δύνασθαι, ων ο Άθως ουρανομήκης έστηκε στήλη, μονονού βοών προς άπαντας τον προσόντα τρόπον τη πόλει, και ον αμέλει διορύξας ο Πέρσης, είδωλον της αυτού μανίας ωσπερεί καταλέλοιπε, τούτον η πόλις απόδειξιν των τρόπων ποιείται, μητρόπολις καταστάσα της ενταύθα φιλοσοφίας»
«Τέτοιο είναι το ήθος της πόλης μας, και έτσι ακριβώς, με κάθε της πράξη, διέσωσε τους νόμους των Ελλήνων, χωρίς να περιοριστεί μόνο στη χρήση της γλώσσας τους. Διότι αφήνω κατά μέρος τη θεία φιλοσοφία και όσους ασχολούνται εδώ με αυτήν, οι οποίοι είναι τόσο πολλοί, όσοι σχεδόν σε ολόκληρη την Ελλάδα δεν υπάρχουν, και τόσο άξιοι τεχνίτες της αρετής, ώστε όχι μόνο οι ίδιοι ασφαλώς απολαμβάνουν την τέχνη τους, αλλά μπορούν και σε πολλούς άλλους να συμπαραστέκονται σε τέτοια ζητήματα και να τους φέρνουν κοντά στον Θεό. Από αυτούς, ο Άθως στέκει σαν ουρανομήκης στήλη, σχεδόν φωνάζοντας προς όλους τον τρόπο ζωής που ταιριάζει στην πόλη· και αυτόν τον τόπο, τον οποίο βέβαια ο Πέρσης διατρύπησε αφήνοντάς τον σαν ένα μνημείο της δικής του μανίας, η πόλις τον κάνει απόδειξη του δικού της τρόπου ζωής, αφού αναδείχθηκε μητρόπολη αυτής της αυτόχθονης φιλοσοφίας».
Και θα συμπληρώσει ο Καβάσιλας τη σύγκριση της πόλεως προς κάθε άλλη παρατηρώντας, ότι η ισότητα, η δικαιοσύνη, η ευσέβεια «περί Θεόν», που καθιστούν ανώτερη τη Θεσσαλονίκη από την ιδεώδη πολιτεία του Πλάτωνος, οφείλεται στην ακτινοβολία του Αγίου Όρους 23.
Μετά τον εγκωμιασμόν της Θεσσαλονίκης ακολουθεί η εξύμνηση του ίδιου του μάρτυρα. Και εδώ διαβλέπει κανείς την ίδια γραμμή που ακολουθεί ο νεαρός Καβάσιλας. Μιλάει για την καταγωγή και την παιδεία του συμπατριώτη του λέγοντας τα εξής:
«Μετέσχε της σοφίας τοις εν μαθήμασι και λόγοις, η καθάπερ οργάνω προς την της θείας σοφίας χρησάμενος επιστήμην, ακριβέστερον ή κατά τους πολλούς ταις θείαις ενέτυχε βίβλοις, ίνα, ετοίμως έχη κατά τον θείον απόστολον, παντί τω ζητούντι λόγον διδόναι περί της εν ημίν ελπίδος· την δε θείαν ακτίνα τη ψυχή δεξάμενος, τω πάντων μεν των κακών ελευθέρους τους ανθρώπους ποιούντι, Θεώ δε συνιστάντι θείω λουτρώ, και την θαυμαστήν των ανθρώπων ευδαιμονίαν απολαβών, αγωγόν τε προς Θεόν έργων, αγαθόν διδάσκαλον» 24
«Συμμετείχε στη σοφία μέσω της παιδείας και των λόγων, την οποία χρησιμοποίησε σαν όργανο για να φτάσει στην επιστήμη της θείας σοφίας. Έτσι, μελέτησε τα θεία βιβλία πολύ πιο ακριβέστερα από τους πολλούς, ώστε, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο, να είναι έτοιμος να δίνει λόγο σε καθέναν που ζητάει εξηγήσεις για την ελπίδα που υπάρχει μέσα μας· κι αφού δέχθηκε στην ψυχή του τη θεία ακτίνα -αυτήν που ελευθερώνει τους ανθρώπους από κάθε κακό και τους συστήνει στον Θεό μέσω του θείου λουτρού (του Βαπτίσματος)-, και αφού κέρδισε την αξιοθαύμαστη ευδαιμονία των ανθρώπων, αναδείχθηκε οδηγός προς τον Θεό με τα έργα του και καλός δάσκαλος».
Η θεία σοφία λοιπόν εγκωμιάζεται ως υπέρτερη ενώ η σοφία της μαθήσεως είναι όργανο της θείας. Η θεία σοφία εκτός των άλλων κατέστησε τον Δημήτριο «διδάσκαλον αγαθόν».
Στο σημείο αυτό επιθυμούμε να τονίσουμε ότι τα Αρχαία Μαρτύρια και τα βιβλία των «Θαυμάτων» ομιλούν για το διδακτικό έργο του μάρτυρα. Στην εποχή του Καβάσιλα ο άγιος Δημήτριος είναι γνωστός σ’ ολόκληρο το σλαβικό κόσμο ως διδάσκαλος της ορθοδοξίας. Το Σίρμιο, η Αχρίδα, το Κίεβο, το Βλαδιμήρ, το Τύρνοβο, πίστευαν μέσω των έργων του Κυρίλλου και Μεθοδίου και του Κλήμεντα Αχρίδας, στην ορθόδοξη διδασκαλία του αγίου Δημητρίου.
Τον συσχετισμό σοφίας και καθαρότητας μπορούμε να δούμε και στο δεύτερο, το «διορθωτικό» του εγκώμιο, όπου ο Καβάσιλας λέγει· «Προ δε γε ταύτης και μετά ταύτης εφίλησε μεν παρθενίαν, εφίλησε δε αγνείαν και το διά βίου παντός καθαίρεσθαι, επεί περ ώσπερ εκάτερ᾽ αλλήλων έχοντα και ούτε σοφός τις αν είη μη κεκαθαρμένος το πρόσθεν, ούτε κεκαθαρμένος ένι γενέσθαι μη σοφόν γενόμενον· ανθ᾽ ων εαυτού το σώμα Δημήτριος απειλικρινημένον ευθύς εκ παιδός και καθαρώτατον διά τέλους τηρήσας, την ψυχήν αξίαν ευ μάλα της αρρήτου και υπέρ λόγον παρεσκευάκει σοφίας, η φίλη μάλιστά γε των άλλων απάντων η κάθαρσις» 25
«Και πριν από αυτή [τη σοφία] αλλά και μετά από αυτήν, αγάπησε την παρθενία, αγάπησε την αγνεία και τον καθαρμό σε όλη τη διάρκεια της ζωής του· επειδή ακριβώς αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους, και ούτε κάποιος μπορεί να είναι σοφός αν δεν έχει προηγουμένως καθαριστεί, ούτε είναι δυνατόν να καθαριστεί κάποιος αν δεν γίνει σοφός. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Δημήτριος, αφού διατήρησε το σώμα του αμόλυντο και εντελώς καθαρό από την παιδική του ηλικία μέχρι το τέλος, προετοίμασε την ψυχή του ώστε να είναι άξια της άρρητης και υπερκόσμιας σοφίας -της σοφίας της οποίας αγαπημένη φίλη, περισσότερο από κάθε άλλη, είναι η κάθαρσις».
Η συσχέτιση της θύραθεν σοφίας προς τη θεία δεν γίνεται μόνο από τον Καβάσιλα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς δεχόταν ως απαραίτητη την εκπαίδευση των νέων και ανεχόταν την ενασχόληση με την κοσμική σοφία, φρονούσε όμως ότι η σοφία του κόσμου αποτελεί απλή προπαίδεια και ότι δεν μπορεί να συμβάλει στην κατανόηση των θείων αληθειών, για τις οποίες απαραίτητη είναι η οδός της καθάρσεως.
Ανάλογες παρατηρήσεις έκαμε και ο Φιλόθεος [Άγιος Φιλόθεος Κόκκινος], μοναχός στο Άγιο Όρος και αργότερα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ένας από τους πιο διαλεκτούς θεολόγους του δέκατου τέταρτου αιώνα. Βιογραφώντας τον Γερμανό ιερομόναχο και τον Σάββα, επίσης ιερομόναχο από τη Θεσσαλονίκη, τονίζει ότι και οι δύο άρχισαν τη φοίτησή τους μελετώντας αρχαίους συγγραφείς. Μιλώντας στη συνέχεια για τα κλασσικά ενδιαφέροντα των ηρώων του λέγει ότι με τη βοήθεια της αρχαίας γραμματείας θα μπορούσαν να κατανοήσουν τη χριστιανική διδασκαλία 26.
23. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, σ. 70-71.
24. Έκδ. Ιω. Θεοφίλου, σ. 74.
25. Έκδ. Β. Λαούρδα, σ. 100.
26. Βλ. Π. Χρήστου, Ο Γρηγόριος Παλαμάς και η Θεολογία εις την Θεσσαλονίκην κατά τον δέκατον τέταρτον αιώνα, Θεσσαλονίκη 1959, σ. 9. Βλ. Β. Λαούρδα, Η κλασσική φιλολογία κλπ., σ. 6.
Απόσπασμα από τα «Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του σοφωτάτου και λογιωτάτου και τοις όλοις αγιωτάτου Οσίου πατρός ημών Νικολάου Καβάσιλα του και Χαμαετού». Το συνέδριο πραγματοποιήθηκε προνοία του παναγιωτάτου μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος β’, (17-20 Ιουνίου 1982). Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης 1984.
