Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Ο αρχηγός της ζωής εκινήθηκε υπέρ ημών από υπερβολή φιλανθρωπίας και αγαθότητος!

Αγίου Γρηγορίου Παλαμά
Ομιλία 16

Περί της οικονομίας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού κατά τη σάρκα και περί των χαρίτων της στους αληθώς πιστεύοντας σ’ Αυτόν
Και ότι ο Θεός, αν και μπορούσε πολυτρόπως να λυτρώσει τον άνθρωπο από την τυραννία του Διαβόλου, ευλόγως προτίμησε αυτήν την οικονομία.

Εκφωνήθηκε κατά το Μέγα Σάββατο.

1. Ο προαιώνιος και απερίληπτος και παντοκράτωρ Λόγος του Θεού και παντοδύναμος Υιός μπορούσε βεβαίως να σώσει και χωρίς την ενανθρώπησή του τον άνθρωπο από τη θνητότητα και τη δουλεία του Διαβόλου· διότι βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του και όλα υπόκεινται στη θεϊκή εξουσία του, όλα τα κατορθώνει και τίποτε δεν είναι έξω από τη δύναμή του· η ισχύς του κτίσματος δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει την εξουσία του κτίστη και τίποτε δεν είναι ισχυρότερο από τον Παντοκράτορα.

2. Αλλά ο αρμοδιώτερος προς την φύση και ασθένειά μας τρόπος και ο καταλληλότερος για τον ενεργούντα ήταν αυτός, ο διά της ενανθρωπήσεώς του Λόγου του Θεού, διότι ο τρόπος αυτός έχει και το δίκαιο με το μέρος του, χωρίς το οποίο τίποτε δεν ενεργείται από τον Θεό.

Επειδή πραγματικά στην αρχή ο άνθρωπος εγκαταλείφθηκε δικαίως από τον Θεό, αφού πρώτος αυτός τον εγκατέλειψε, κι’ έτρεξε εκουσίως προς τον αρχέκακο Διάβολο κι’ επείσθηκε σ’ αυτόν που συμβουλεύει δολίως τα αντίθετα, δικαίως παραδόθηκε σ’ εκείνον.

Έτσι από φθόνο του πονηρού και με δικαία παραχώρηση του αγαθού εισήλθε στον κόσμο ο θάνατος. Ο δε θάνατος από την υπερβολή της κακίας του αρχεκάκου έγινε διπλάσιος· διότι δεν πραγματοποιείται μόνο ο φυσικός, αλλά και ο αΐδιος με την ενέργεια αυτού.

Επειδή λοιπόν με δίκη παραδοθήκαμε στη δουλεία του Διαβόλου και τη θνητότητα, έπρεπε οπωσδήποτε και η επάνοδος του ανθρωπίνου γένους προς την ελευθερία και τη ζωή να πραγματοποιηθεί από τον Θεό με δίκη.

Όχι μόνο δε ο άνθρωπος παραδόθηκε στον φθονερό από τη θεία δικαιοσύνη, αλλά και ο ίδιος ο Διάβολος απεμάκρυνε από κοντά του τη δικαιοσύνη, γενόμενος δε αδίκως εραστής της εξουσίας και της αυταρχίας, μάλλον δε της τυραννίδος, μαχόμενος προς τη δικαιοσύνη χρησιμοποίησε την δύναμη κατά του ανθρώπου.

Άρεσε λοιπόν στον Θεό πρώτα να καταβληθεί ο Διάβολος με τη δικαιοσύνη προς την οποία αυτός συνεχώς μάχεται, ύστερα δε με τη δύναμη διά της αναστάσεως και της μέλλουσας κρίσεως· αυτή άλλωστε είναι η αρίστη τάξη, να προηγείται η δικαιοσύνη της δυνάμεως, και τούτο είναι αληθώς έργο θείας και αγαθής δεσποτείας αλλ’ όχι τυραννίδος.

3. Όπως δηλαδή ο από την αρχή ανθρωποκτόνος εξεγέρθηκε από φθόνο και μίσος εναντίον μας, έτσι ο αρχηγός της ζωής εκινήθηκε υπέρ ημών από υπερβολή φιλανθρωπίας και αγαθότητος· και όπως εκείνος αδίκως αγάπησε την απώλεια του πλάσματος του Θεού, έτσι ο πλάστης ενδίκως αγάπησε τη σωτηρία του πλαστουργήματος· και όπως εκείνος με αδικία και δόλο επέτυχε τη νίκη του και την πτώση του ανθρώπου, έτσι ο ελευθερωτής με δικαιοσύνη και σοφία πραγματοποίησε την τελική ήττα του αρχεκάκου και την ανακαίνιση του πλάσματός του.

Παρέλειψε λοιπόν ο Θεός πρωτύτερα αυτό που μπορούσε, για να ενεργήσει πρώτα αυτό που έπρεπε. Από αυτό έγινε περιφανεστέρα η δικαιοσύνη, αφού προκρίθηκε από αυτόν που έχει αήττητη δύναμη· έπρεπε δε να διδαχθούν και οι άνθρωποι να επιδεικνύουν τη δικαιοσύνη με έργα εδώ κατά τον καιρό της θνητότητος, ώστε παίρνοντας δύναμη να την διατηρούν σταθερά τον καιρό της αθανασίας.

4. Επιπλέον έπρεπε ο νικητής να νικηθεί από την νικημένη φύση και ο εξευτελιστής να εξευτελισθεί. Γι’ αυτό έπρεπε και ήταν αναγκαίο να γίνει ένας άνθρωπος άγευστος της αμαρτίας. Τούτο δε ήταν από τα αδύνατα· «διότι κανείς», λέγει η Γραφή, «δεν είναι αναμάρτητος, ούτε αν η ζωή του διαρκέσει μια ημέρα», και «πώς θα καυχηθεί ότι έχει αγνή την καρδιά», και «κανείς δεν είναι αναμάρτητος παρά μόνο ένας, ο Θεός».

Γι’ αυτό ο από τον Θεό Θεός Λόγος, που αϊδίως ήταν από εκείνον, αλλ’ υπήρχε και σ’ εκείνον, διότι δεν είναι δυνατό ούτε να σκεφθούμε ποτέ Θεό άλογο, και μαζί μ’ εκείνον, διότι ούτε το ηλιακό απαύγασμα είναι φως διαφορετικό από τον ήλιο, ούτε η ακτίς του ηλίου είναι διαφορετικός ήλιος από τον ένα· γι’ αυτό λοιπόν ο μόνος αναμάρτητος Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται υιός ανθρώπου, άτρεπτος κατά την θεότητα, άμεμπτος κατά την ανθρωπότητα, «ο μόνος που», όπως προεμαρτύρησε ο Ησαΐας, «δεν διέπραξε αμαρτίες ούτε ευρέθηκε δόλος στο στόμα του», και όχι μόνο αυτό, αλλά και ο μόνος που δεν συνελήφθηκε «με ανομίες», όπως μαρτυρεί ο Δαβίδ στους ψαλμούς περί του εαυτού του, μάλλον δε περί παντός ανθρώπου.

Διότι η επανάστασις της σαρκός, που είναι ακούσια και αντιστρατεύεται φανερά τον νόμο του νοός, αν και από τους σώφρονες δουλαγωγείται με βία και αφήνεται μόνο χάριν παιδοποιίας, πάντως επιφέρει την αρχική καταδίκη, διότι είναι και λέγεται φθορά και οπωσδήποτε γεννά για φθορά, και είναι εμπαθής κίνησις του μη έχοντος συνείδηση της τιμής που επήρε η φύση από τον Θεό, αλλά ομοιωθέντος με τα κτήνη.

5. Γι’ αυτό ο Θεός όχι μόνο ήλθε ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά και κατά τους προφήτες γεννάται από Παρθένο αγία και ανωτέρα των μολυσμένων από την σάρκα λογισμών, Παρθένο της οποίας τη σύλληψη επέφερε επέλευσις αγίου Πνεύματος και όχι όρεξις σαρκός, ο ευαγγελισμός και η πίστη στην επιφάνεια του Θεού και όχι η αποδοχή και δοκιμή της εμπαθούς επιθυμίας.

Πραγματικά, ενώ αυτή η επιθυμία ήταν εντελώς αποδιωγμένη, η άσπιλος Παρθένος είπε προς τον ευαγγελιστή άγγελο με προσευχή και πνευματική αγαλλίαση, «ιδού η δούλη του Κυρίου, ας μου συμβεί σύμφωνα με τα λόγια σου» και αφού συνέλαβε εγέννησε, ωσάν ο νικητής του Διαβόλου άνθρωπος, επειδή ήταν θεάνθρωπος, να έσυρε τη ρίζα μόνο του γένους αλλ’ όχι και της αμαρτίας· διότι από όλους ήταν ο μόνος που δεν συνελήφθηκε με ανομίες και δεν εκυοφορήθηκε με αμαρτίες, δηλαδή με ηδονή σαρκός, με πάθος και με ρυπαρούς λογισμούς της μιασμένης από την παράβαση φύσεως.

Συνέβηκε λοιπόν αυτό, ώστε κατά το πρόσλημμα να είναι τελείως καθαρός και αμόλυντος και γι’ αυτό να μη χρειάζεται καθαρμό για τον εαυτό του, αλλά να δέχεται για μας τα πάντα σοφώς, κι’ έτσι να καταστεί πραγματικός νέος Αδάμ και να παραμείνει πραγματικά νέος και ρωμαλέος, χωρίς να παλαιώνεται, και να ανακτήσει μέσα του και δι’ εαυτού τον παλαιό Αδάμ και να τον διατηρήσει παντοτινά νέο, έχοντας τη δύναμη ν’ απορρίψει πλήρως την παλαίωση.

Κι’ εκείνος άλλωστε ο πρώτος Αδάμ στην αρχή εκτίσθηκε από τον Θεό αμόλυντος και ήταν νέος, έως ότου, επειδή επείσθηκε εκουσίως στον Διάβολο κι’ εκτράπηκε προς τις ηδονές της σαρκός κι’ υπέπεσε στον μολυσμό της αμαρτίας, επαλαιώθηκε κι’ εξέπεσε προς το παρά φύση.

Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 9» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια Παναγιώτης Κ. Χρήστου.

Κύλιση στην κορυφή