
Θησαυρός Δαμασκηνού του Υποδιακόνου και Στουδίτου του Θεσσαλονικέως
Λόγος 30ός: Για την Κυριακή του Παραλύτου (σε πεζό λόγο)
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/diefkriniseis-gia-to-evangelio-tou-paralytikou/
Θεραπεία και παραλύτου και τυφλών
«Ην δε τις άνθρωπος εκεί, τριάκοντα και οκτώ έτη έχων εν τη ασθένεια· τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και γνους, ότι πολύν ήδη χρόνον έχει, λέγει αυτώ, Θέλεις υγιής γενέσθαι; απεκρίθη αυτώ ο ασθενών Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν· εν ω δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει»·
δηλαδή, ήταν εκεί ένας άνθρωπος που ήταν τριάντα οκτώ χρόνια ασθενής· αυτόν λοιπόν, μόλις τον είδε ξαπλωμένο ο Χριστός, κατάλαβε ότι είναι έτσι πολύ καιρό και του είπε: «Θέλεις να γίνεις γερός;». Αποκρίθηκε ο ασθενής: «Αφέντη, δεν έχω άνθρωπο να με βάλει στη στέρνα όταν ταραχθεί το νερό· όσο δε προσπαθώ εγώ, άλλος κατεβαίνει νωρίτερα από μένα».
Έχουμε και εδώ δύο ζητήματα· πρώτον μεν, γιατί πήγε σε αυτόν που είχε τριάντα οκτώ χρόνια στην ασθένεια και όχι σε άλλον· δεύτερον, γιατί ρωτά ο Κύριος τον ασθενή «Θέλεις να γίνεις γερός;»· ποιος είναι αυτός που δεν θέλει να είναι υγιής; Ή ποιος αρρωσταίνει και δεν θέλει να γίνει καλά, ώστε να τον ρωτήσει ο Κύριος: «Θέλεις να γίνεις γερός;».
Για δύο αιτίες δεν πήγε ο Κύριος σε άλλον ασθενή· μία μεν, ότι δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος εκεί που να ήταν τόσα πολλά χρόνια άρρωστος· και θέλοντας ο Κύριος να δείξει ότι μπορεί να γιατρεύει τα χρόνια πάθη, γι’ αυτό γιατρεύει πρώτα αυτόν.
Άλλη δε, ότι επειδή οι μεν άλλοι ασθενείς είχαν ανθρώπους και τους υπηρετούσαν για να τους ρίξουν στο νερό, αυτός όμως δεν είχε άνθρωπο να τον ρίξει στη στέρνα όταν ταραχθεί το νερό, καθώς το λέει και ο ίδιος. Για τον λόγο αυτό και ο Κύριος πήγε σε αυτόν και αυτόν γιατρεύει· τον ρωτά δε, όχι επειδή δεν ήξερε ότι θέλει να γιατρευτεί, αλλά για την ψυχική γιατρειά του λέει ο Κύριος: «Θέλεις να γίνεις υγιής από την ψυχική ασθένεια;».
Πάντοτε ο Κύριος, όταν ήθελε να κάνει θαύμα, πρώτα ζητούσε τη θέληση εκείνου που ζητούσε τη γιατρειά και τότε θαυματουργούσε.
Δύο τυφλοί κάθονταν κάποτε, σκοτεινιασμένοι μεν στο σώμα, φωτισμένοι δε στην ψυχή· καθώς κάθονταν και ζητούσαν, άκουσαν θόρυβο πλήθους ότι έρχεται ο Χριστός να περάσει και καθώς το κατάλαβαν, φώναξαν δυνατά: «Ιησού, Γιε του Δαβίδ, λυπήσου μας».
Ω, τι θαύμα!
Οι γραμματισμένοι Φαρισαίοι δεν Τον αναγνώριζαν, επειδή ήταν σκοτεινιασμένοι στην ψυχή παρόλο που έβλεπαν με το σώμα, ενώ αυτοί που δεν έβλεπαν με τα μάτια του σώματος Τον αναγνώρισαν ότι είναι ο Γιος του Δαβίδ.
Τι έκανε λοιπόν ο Κύριος; Δεν τους γιάτρεψε αμέσως, αλλά τους ρώτησε: «Τι θέλετε να σας κάνω;».
Μήπως δεν ήξερε τι θέλουν; Φανερό ήταν το αίτημά τους σε όλους τους ανθρώπους· αλλά ο Κύριος, θέλοντας να κάνει γνωστή τη διάθεσή τους, τους ρώτησε «Τι θέλετε να σας κάνω;».
Του λένε εκείνοι: «Θέλουμε να ξαναδούμε»· τότε διέταξε και γιατρεύτηκαν.
Παρομοίως και σ’ αυτήν την περίπτωση, πρώτα ρωτά τον Παράλυτο αν ζητά να γιατρευτεί και τότε τον γιατρεύει. Αλλά δες την υπομονή του ανθρώπου· τριάντα οκτώ χρόνια ήταν άρρωστος και ποτέ δεν κατάφερνε να μπει στη στέρνα για να γιατρευτεί, και πάλι δεν έλειπε από εκεί, αλλά όλο ήλπιζε στη γιατρειά του.
Και εμείς πολλές φορές, όταν αρρωστήσουμε ψυχικά ή σωματικά και πάμε στην Εκκλησία και προσπέσουμε στον Θεό, βαριόμαστε να κάνουμε δύο-τρεις ημέρες· πολλές φορές αν δεν γιατρευτούμε, βλασφημούμε τον Θεό και την πίστη μας, επειδή δεν γιατρευτήκαμε στην Εκκλησία, και βάζουμε στον νου μας ότι δεν μπορεί ο Άγιος ή η Αγία που παρακαλούμε να μας βοηθήσει.
Και δεν ξέρουμε ότι ο Θεός μάς αφήνει να πειραζόμαστε για τις αμαρτίες μας· δεν καταλαβαίνουμε ότι όποιον αγαπά ο Θεός, εκείνον παιδεύει εδώ, για να σωθεί η ψυχή του· γι’ αυτό έλεγε και ο σοφός Σολομών: «Υιέ μη ολιγώρει παιδείας Kυρίου, μη δε εκλύου υπ’ αυτου ελεγχόμενος ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν, ον παραδέχεται».
Δηλαδή, γιε μου, μην καταφρονείς τις παιδαγωγίες του Θεού ούτε να απομακρύνεσαι από Αυτόν όταν σε δοκιμάζει· διότι όποιον αγαπά ο Θεός, εκείνον παιδεύει και δέρνει κάθε παιδί Του που το παραδέχεται· παρομοίως και ο Απόστολος Παύλος δίδασκε τους Κορινθίους λέγοντας: «Παράδοτε αυτόν τω Σατανά εις όλεθρον της σαρκός, ίνα το πνεύμα σωθή εν τη ημέρα του Κυρίου Ιησού»·
δηλαδή, παραδώστε τον στον πειρασμό, για την ταλαιπωρία του κορμιού, ώστε να σωθεί η ψυχή του στην ημέρα του Κυρίου Ιησού, δηλαδή στη μελλοντική κρίση.
Βλέπεις πώς η ασθένεια του κορμιού είναι όφελος της ψυχής; Γι’ αυτό ας μην βαριόμαστε στην ασθένειά μας, αλλά ας υπομένουμε, ώστε να δει ο Θεός την υπομονή μας και να μας δώσει τη γιατρειά, όπως στον Παράλυτο.
Του λέει ο Κύριος: «Θέλεις να γίνεις υγιής;»· τι έκανε λοιπόν ο ασθενής άνθρωπος; Δεν είπε: «Τι λες, άνθρωπε, δεν θέλω να γίνω γερός; Δεν ξέρεις ότι αγαπώ να γιατρευτώ; Δεν βλέπεις ότι γι’ αυτόν τον λόγο βρίσκομαι εδώ τόσα χρόνια για να γιατρευτώ; Γιατί με ρωτάς “Θέλεις να γίνεις υγιής;”».
Δεν είπε έτσι, αλλά πώς; «Ναι, Κύριε, θέλω να γίνω γερός, αλλά δεν έχω άνθρωπο, δεν έχω φίλο να με προσέχει, συγγενής δεν με κοιτάζει· τόσα χρόνια είμαι άρρωστος και δεν έχω άνθρωπο να με ρίξει στη στέρνα όταν ταραχθεί το νερό».
Τι λες, άνθρωπε, δεν έχεις άνθρωπο; Μα πού είναι οι συγγενείς σου; Πού είναι οι φίλοι σου; Πού είναι οι γείτονές σου; Δεν σε κοιτάζουν στην ασθένειά σου; Δεν παραμονεύουν πότε θα ταραχθεί το νερό για να σε ρίξουν μέσα; Πάντως όλοι ξέρουμε, ευλογημένοι Χριστιανοί, ότι αληθινός είναι ο λόγος που λέει: Των μεν ευτυχούντων πάντες άνθρωποι φίλοι, των δε δυστυχούν. των ουδ᾽ αυτός ο γεννήτωρ».
«Αυτοί που ευτυχούν έχουν όλους τους ανθρώπους φίλους, αυτούς όμως που δυστυχούν δεν τους ξέρει ούτε ο ίδιος ο γονιός τους»· διότι έτσι είναι, όταν κάποιος είναι πλούσιος και ευημερεί, όλους τους έχει φίλους, όλους τους έχει αγαπημένους, κάθε άνθρωπος πασχίζει να γίνει φίλος με έναν τέτοιο· όταν όμως φτωχύνει, ακόμα και ο πατέρας του τον μισεί.
Παρομοίως και ο άνθρωπος αυτός, όταν ήταν υγιής και πλούσιος, είχε πολλούς φίλους· αφότου όμως αρρώστησε και ξόδεψε και το βιος του στην αρρώστια του, κανέναν άνθρωπο δεν είχε να τον ρίξει στη στέρνα για να γιατρευτεί· γι’ αυτό έλεγε και προς τον Χριστό: «Αφέντη, δεν έχω άνθρωπο· όχι για να με θρέψει ή να με ντύσει, διότι αυτά δεν τα χρειάζομαι πολύ· επειδή αν είμαι άρρωστος, τι να την κάνω την πολυτελή τροφή και τι να τα κάνω τα τίμια φορέματα; Γι’ αυτό θέλω άνθρωπο, για να με ρίξει στη στέρνα όταν ταραχθεί το νερό, ώστε να γιατρευτώ».
Απόσπασμα από το βιβλίο, «Θησαυρός Δαμασκηνού» των εκδόσεων Βασ. Ρηγόπουλου. Εισαγωγή, βιογραφία συγγραφέως Ευάγγελος [π. Ειρηναίος] Χρ. Δεληδήμος.
