
27 Σεπτεμβρίου
Η Αγία Ακυλίνα καταγόταν από το Ζαγκλιβέρι Λαγκαδά. Ο πατέρας της Ακυλίνας σκότωσε κατά τη διάρκεια μιας φιλονικίας έναν Τούρκο και όταν τον συνέλαβαν και τον μετέφεραν στον πασά της Θεσσαλονίκης δείλιασε και έτσι, για να μην τον εκτελέσουν εξώμοσε.
Αυτά συνέβησαν, όταν η Ακυλίνα ήταν ακόμη βρέφος.
Η μητέρα της, όμως, δεν αλλαξοπίστησε έμεινε, σταθερή στην πίστη της. Και μάλιστα προετοίμαζε την κόρη της από μικρή ηλικία να μείνει κι αυτή σταθερή στην πίστη της, αν της ζητούσαν μελλοντικά να γίνει μωαμεθανή.
Πράγματι οι Τούρκοι ζητούσαν επίμονα από τον πατέρα της να το απαιτήσει από την κόρη του. Αυτός ήταν βέβαιος πως, όταν το ζητήσει, η Ακυλίνα θα το δεχτεί!
Παρ’ όλες, όμως, τις προσπάθειές του δεν τα κατάφερε.
Και όταν η κόρη του έφτασε στην ηλικία των 18 χρονών, οι Τούρκοι έγιναν ιδιαίτερα επίμονοι από τον πατέρα της.
Η Ακυλίνα, όμως, αρνήθηκε να ενδώσει στις πιέσεις του και δεν δίστασε να σχολιάσει τη δική του δειλία που έγινε αφορμή, για να αρνηθεί τον Χριστό. Όσο για τον εαυτό της είπε: «Εγώ είμαι έτοιμη να υπομείνω κάθε βάσανο, ακόμη και θάνατο για την αγάπη του Χριστού μου».
Μετά από το γεγονός αυτό ο πατέρας της είπε στους Τούρκους, πως δεν μπορεί να κάνει κάτι για την μεταστρέψει στην πίστη τους και γι’ αυτό την αφήνει πλέον στα χέρια τους.
Οι Τούρκοι τη συνέλαβαν, τότε, και την οδήγησαν στον κριτή, ενώ η μητέρα της που τη συνόδευε, τη στήριζε και την ενθάρρυνε, προτρέποντάς την να μην δειλιάσει ό,τι κι αν της κάνουν. «Ιδού γλυκύτατή μου Ακυλίνα, ιδού σπλάχνο μου έφτασε εκείνη η ώρα για την οποία κάθε μέρα σε νουθετούσα».
Η νεαρή Ακυλίνα διαβεβαίωσε την μητέρα της πως θα μείνει πιστή στον Χριστό και να μη φοβάται.
Η Αγία οδηγήθηκε μόνη της μπροστά στον δικαστή, αφού πρώτα την απομάκρυναν από τη μητέρα της απαγορεύοντάς της την είσοδό της στο χώρο εκείνο. Η Ακυλίνα, πάντως, δήλωσε στον δικαστή πως δεν πρόκειται να αλλαξοπιστήσει ό,τι και να της κάνουν.
Ακολούθησαν σκληροί, απάνθρωποι και εξευτελιστικοί ραβδισμοί, αφού πρώτα την γύμνωσαν, όπως και προσπάθειες δωροδοκίας και εξαγοράς της συνείδησής της και πάλιν, όμως, δεν πέτυχαν τίποτε.
«Και τι ωρέχθηκα από την πίστη σας, να αρνηθώ εγώ τον Χριστό μου»; απάντησε, μεταξύ άλλων, η Ακυλίνα στις συνεχείς προτροπές και απειλές των Τούρκων.
Αυτό τους οδήγησε να μην μπορούν να συγκρατήσουν τον θυμό και τα νεύρα του και γι’ αυτό ο τελευταίος ραβδισμός στον οποίο την υπέβαλαν ήταν ιδιαίτερα εξουθενωτικός και άγριος. Μετά από αυτό η νεαρή Νεομάρτυρας έμεινε μεταξύ ζωής και θανάτου.
Οι Τούρκοι κατάλαβαν, τότε, πως το τέλος της ήταν πολύ κοντά και γι’ αυτό την παρέδωσαν σε έναν χριστιανό να τη μεταφέρει στο σπίτι της.
Η μητέρα της, που όση ώρα η κόρη της βασανιζόταν και μαρτυρούσε για τον Χριστό στα χέρια των Τούρκων προσευχόταν, μόλις την αντίκρυσε, την αγκάλιασε και τη ρώτησε με αγωνία τι έκανε.
Η Ακυλίνα, εξουδενουμένη από τις κακουχίες που υπέστη, μόλις μετά βίας κατάφερε να της πει πως έπραξε, όπως την είχε νουθετήσει η ίδια.
Και αμέσως ξεψύχησε και παρέδωσε την ψυχή της στον Νυμφίο Χριστό.
Ήταν 27 Σεπτεμβρίου του 1764.
Θαυμαστή ευωδία στη συνέχεια πλημμύρισε το άγιο σκήνωμα και το σπίτι της όπως και καθ’ όλην τη διάρκεια της πορείας μέχρι τον τόπο του ενταφιασμού της.
Τη νύκτα, μάλιστα, ένα ουράνιο φως στάθηκε πάνω από τον τάφο της.
Διασκευή: Στ.Κ.
