
Παναγιώτης Χρήστου
Η εκκλησία Θεσσαλονίκης κατά την εισβολή των Νορμανδών
Με την ανακοίνωσή μου τούτη δεν επιθυμώ να γνωστοποιήσω τις περιπέτειες και ταλαιπωρίες της Εκκλησίας Θεσσαλονίκης κατά την πολιορκία και άλωση της πόλεως από τους Νορμανδούς το 11851· αλλά δια μέσου της αναφοράς των ταλαιπωριών θέλω να εντοπίσω όσα στοιχεία είναι δυνατό από τους θεσμούς και τον εσωτερικό βίο της Εκκλησίας.
Το έθνος των Νορμανδών έπαιξε μοιραίο ρόλο σε βάρος του Βυζαντίου. Διότι όχι μόνο κατέλυσε το βυζαντινό εξαρχάτο της Νοτίου Ιταλίας, και της Σικελίας, δηλαδή της Μεγάλης Ελλάδος της αρχαιότητος, αλλά τρεις φορές επεχείρησε να καταλάβη τα κύρια εδάφη της αυτοκρατορίας, χωρίς να το κατορθώση.
Οι Φράγκοι και οι Βενετοί το επέτυχαν το 1204, διότι εκτύπησαν απ’ ευθείας με πλοία στην καρδιά της αυτοκρατορίας, την Κωνσταντινούπολι· οι Νορμανδοί απέτυχαν, διότι και τις τρεις φορές προχώρησαν δια της ξηράς, όπου παρά τις αρχικές πρόσκαιρες επιτυχίες τους καταπονήθηκαν και τελικά αποκρούσθηκαν. Αλλά προξένησαν τέτοιες ζημιές, ώστε διευκόλυναν σημαντικά την επιτυχία των Φράγκων.
Η Θεσσαλονίκη δεν εδοκίμασε από κοντά καμιά ταλαιπωρία από τις πολεμικές επιχειρήσεις, κατά τις δύο πρώτες επιδρομές των Νορμανδών, αλλά επρόκειτο να τις δοκιμάση πολύ πικρά την τρίτη φορά. Ο αρχιεπίσκοπος της πόλεως Ευστάθιος ο Κατάφλωρος τόσο έντονα εντυπωσιάσθηκε από τα γεγονότα, κατά τα οποία εδοκιμάσθηκε και ο ίδιος δεινώς, ώστε εξιστόρησε την άλωση της Θεσσαλονίκης σε ολόκληρο βιβλίο1, που είναι ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά κείμενα της μεσοβυζαντινής εποχής.
Ήθελε να περιγράψη τα γεγονότα από ιστορική περιέργεια, αλλά και από επιθυμία να διδάξη. Έλεγε: «Νομίζω, ω πολίτες και συναγωνισταί σε όλα, και σεις νεοφερμένοι, ότι περιέγραψα όσα μας συνέβηκαν με ακρίβεια και τέχνη, κι’ έτσι κατασκεύασα μια διδακτική εικόνα των παθημάτων μας»2.
Ο Ευστάθιος αγάπησε πολύ αυτή την πόλη, όπου είχε εγκατασταθή δέκα έτη πριν από τα γεγονότα, και την εγκωμιάζει κατά τον συνηθισμένο την εποχή του υπερβολικό τρόπο, αλλά και με μεγάλη επιμονή, αφού πράγματι ήταν τότε μια ξακουστή σε όλη την οικουμένη πόλη. Και βεβαιώνει ότι «δεν ήταν απλώς πόλις, αλλά γη των μακάρων, που όποιος την εγνώριζε, δεν μπορούσε να την λησμονήση ποτέ»3.
Η πολιορκία της Θεσσαλονίκης άρχισε την 16η Αυγούστου 1185, την επομένη του κατάπλου του νορμανδικού στόλου στο λιμάνι της, όπου τον επερίμενε ο στρατός, που είχε ήδη καταφθάσει πεζοπόρος από το Δυρράχιο. Η κυρία προσπάθεια των πολιορκητών καταβλήθηκε στο ανατολικό μέρος του τείχους, από τη θάλασσα, έως την πύλη των Ασωμάτων, που ευρισκόταν στα βορειανατολικά του ναού των Ασωμάτων, της Ροτόντας, και όχι σε μεγάλη απόσταση απ’ αυτόν, όπου το έδαφος λόγω της ομαλής διαμορφώσεώς του υποδεχόταν καλά τις πολιορκητικές μηχανές4.
Ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, ο δουξ Δαβίδ Κομνηνός, που ήταν συγγενής της αυτοκρατορικής οικογενείας, ακολούθησε μια αλλοπρόσαλλη τακτική. Ο Ευστάθιος, που πρωτύτερα είχε αγαθές σχέσεις μαζί του, ισχυρίζεται ότι, μόλις εστήθηκε η πολιορκία, ο Δαβίδ έδειξε όλα τα ελαττώματά του: την απρονοησία, την απόκρυψη της αληθινής καταστάσεως επί του πολεμικού πεδίου, την προσωπική δειλία. Λέγει χαρακτηριστικώς ότι ο διοικητής Δαβίδ ήταν «μικρός μεν τα καλά, μέγας δε την πονηρίαν».
Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις του Δαβίδ Κομνηνού με τον τότε αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Κομνηνό, άρπαγα του θρόνου από τον νόμιμο διάδοχο, δεν ήταν καθόλου αγαθές· υπήρχε αμοιβαία αντιπάθεια και καχυποψία, και η φοβία του Δαβίδ μήπως τυχόν πέση στη δυσμένεια του Ανδρονίκου προκαλούσε όλες τις σπασμωδικές του κινήσεις, των οποίων τελευταία ήταν η φυγή κατά τη στιγμή της δημιουργίας ρήγματος στα τείχη.
Ο Ευστάθιος αντιθέτως προς τον διοικητή επαινεί την ηρωική στάση των Θεσσαλονικέων, τουλάχιστον εκείνων που παρέμειναν στην πόλη και αγωνίσθηκαν γενναίως μαζί με τους ολίγους μισθοφόρους, Αλανούς [Ιρανικός (σκυθικός) λαός του Καυκάσου (πρόγονοι των σημερινών Οσετών)] και Ίβηρες [Γεωργιανοί]. Οι πολίτες εμάχονταν «πανημέριοι, παννύχιοι δε ήσαν εν εγρηγόρσει φυλακάς έχοντες». Επολεμούσαν όλη την ημέρα κι’ έμεναν άγρυπνοι όλη τη νύκτα για να φυλάσσουν σκοπιά. Και δεν ήσαν μόνο οι άνδρες, αλλά και οι γυναίκες μανιακές με τον Άρη, τον Θεό του πολέμου5.
Συνεχίζεται
Η μνήμη του Αγίου Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τιμάται στις 20 Σεπτεμβρίου.
Από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Άγιος Ευστάθιος, Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (7-9 Νοεμβρίου 1988), Θεσσαλονίκη.
