
Ιωάννης Φουντούλης
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
Το υμνογραφικό έργο του αγίου Ευσταθίου του Καταφλώρου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης
Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/ioannis-fountoulis-o-agios-efstathios-thessalonikis-egrapse-tous-ymnous-ston-agio-dimitrio-se-mia-se-tarachodi-epochi/
[Τα αποσπάσματα στα αρχαία ελληνικά συνοδεύονται από μετάφραση στη νέα ελληνική]
2. Ύμνοι στους αγίους Καλυτηνούς
Άγιοι Καλυτηνοί ονομάζονται οι τρεις μάρτυρες αδελφοί Αλφειός, Ζώσιμος και Αλέξανδρος, που μαρτύρησαν επί Διοκλητιανού στην Κλαυδιούπολη [βρίσκεται ανάμεσα ανάμεσα στη Nικoμήδεια και την Kρατεία στη Βιθυνίας της Μικράς Ασίας]. Εκεί σταυρώθηκαν επάνω σε πέτρα και κατακάηκαν από τον έπαρχο Μάγνο στις 28 Σεπτεμβρίου, ημέρα κατά την οποία αναγράφεται και η μνήμη τους στα Μηνολόγια.
Η προσωνυμία τους (Καλυτηνοί) οφείλεται στο όνομα της πατρίδας τους, που ήταν η Κάλυτος, Καλύτη ή Καλυτώ, κώμη της Πισιδίας (Φρυγογαλατίας) [της Μικράς Ασίας]. Ήταν ειδωλολάτρες και εργαζόταν ως σιδηρουργοί («χαλκείς») στην Κλαυδιούπολη. Τους ανετέθη από τον Μάγνο η κατασκευή βαρειών σιδηρών κλοιών για τα πόδια του χριστιανού ασκητή Μάρκου, που είχε συλληφθεί πριν από λίγο. Μετεστράφησαν από θαύμα και μαρτύρησαν.
Την ίδια προφανώς ημέρα θανατώθηκε και ο Μάρκος, που συνεορταζόταν και αυτός μαζί με τους τρεις Καλυτηνούς μάρτυρες¹².
Ναός των αγίων Καλυτηνών υπήρχε στη Θεσσαλονίκη, κατά τη μαρτυρία του Ευσταθίου «αστείος και ουκ ανάξιος λόγου» [«κομψός, όμορφος και όχι ανάξιος αναφοράς»], που βρισκόταν κοντά στο μητροπολιτικό οίκο («και ο της μητροπόλεως οίκος αυτόν αμφέπει» [«και το μητροπολιτικό μέγαρο τον περιβάλλει, φροντίζει»])¹³.
Ο μητροπολιτικός οίκος ήταν κτισμένος, ως γνωστό, βόρεια ή δυτικά του ναού της Μεγάλης Εκκλησίας Θεσσαλονίκης, της Αγίας Σοφίας¹⁴.
Ο ίδιος ο Ευστάθιος κάνει την υπόθεση ότι ο ναός [των Αγίων] χτίσθηκε από παροίκους Καλυτηνούς:
«Και τέως πρώτα ζητήσας εγώ και μηδέποτε μαθών, οποίω τρόπω άγιοι ούτοι ουκ Ευρωπαίοι, εν Θεσσαλονίκη δια σπουδής πολλής εγένοντο… εστοχασάμην μετοίκους τινάς εκ της Ασίας, οις οι τοιούτοι άγιοι έγχωροι ήσαν, καταρτίσαι ποτέ εις την λαμπράν ταύτην πόλιν και ενιδρύσαι ταύτη το των αθλητών εκείνων τίμιον όνομα εις εξεικόνισμα παρακλήσεως, ως αν ούτω δοκείεν μη μετανάσται της ανατολικής είναι πατρίδος και επήλυδες, αλλά την αυτήν και πάλαι οικείν και τους αυτούς θεομάρτυρας δεσπότας αυχείν»¹⁵
[«Και αφού καταρχάς αναζήτησα ο ίδιος και ποτέ δεν έμαθα με ποιον τρόπο αυτοί οι Άγιοι, αν και δεν ήταν Ευρωπαίοι, τιμήθηκαν με τόσο ζήλο και ευλάβεια στη Θεσσαλονίκη… υπέθεσα ότι κάποιοι μέτοικοι από την Ασία, για τους οποίους οι εν λόγω άγιοι ήταν συμπατριώτες, έφτασαν κάποτε σε αυτή τη λαμπρή πόλη και εγκαθίδρυσαν εδώ το τίμιο όνομα εκείνων των αθλητών της πίστης ως εικόνα παρηγοριάς, ώστε έτσι να μη φαίνονται ότι είναι μετανάστες και ξένοι από την ανατολική τους πατρίδα, αλλά ότι κατοικούν στην ίδια πόλη όπως και παλαιότερα και ότι καυχώνται για τους ίδιους προστάτες θεομάρτυρες»].
Στους αγίους αυτούς ο Ευστάθιος έγραψε, ίσως και σε διασκευή εξεφώνησε, λόγο-πραγματεία, που δημοσιεύεται μαζί με τα άλλα έργα του Ευσταθίου από τον Migne στον 136ο τόμο της «Ελληνικής Πατρολογίας»¹⁶. Από αυτόν αντλούμε και τις ανωτέρω ιστορικές πληροφορίες και παραθέσεις.
Μετά το λόγο δημοσιεύεται από τον Migne και η ακολουθία των αγίων¹⁷ με τίτλο: «Του αυτού Ευσταθίου Θεσσαλονίκης εις τους αυτούς Καλυτηνούς αγίους ακολουθία εσπερινή και ορθρινή, ότε η του μακαριωτάτου Χούμνου παραπεσούσα μετά την άλωσιν ουχ ευρίσκετο»¹⁸ [«Του ιδίου Ευσταθίου Θεσσαλονίκης, εσπερινή και ορθρινή ακολουθία προς τους ίδιους αγίους Καλυτηνούς, όταν η ακολουθία του μακαριωτάτου Χούμνου, αφού χάθηκε μετά την άλωση, δεν βρισκόταν»].
Η επιγραφή μας δίνει και τα περιστατικά της συντάξεως της ακολουθίας. Προοριζόταν προφανώς για το ναό των αγίων, όπου παλαιότερα ψαλλόταν κατά τη μνήμη τους ακολουθία, που είχε συντάξει ο Χούμνος. Αυτή χάθηκε κατά την άλωση της πόλεως από τους Νορμανδούς (24 Αυγούστου 1185) και ο Ευστάθιος αναγκάζεται να συγγράψει νέα ακολουθία.
Η μνήμη των αγίων, όπως είπαμε, εορταζόταν στις 28 Σεπτεμβρίου. Η πόλη ελευθερώθηκε στις 7 Νοεμβρίου του 1185. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο Ευστάθιος έγραψε την ακολουθία κατά το 1186 για να ψαλεί κατά τον εορτασμό της μνήμης των αγίων κατά το έτος εκείνο.
Σε θεοτοκία των ωδών του κανόνος υπάρχουν πράγματι μερικοί υπαινιγμοί, που μπορεί να θεωρηθούν ως αναφερόμενοι στους κινδύνους που διέτρεξε τότε η Θεσσαλονίκη, ως ευχαριστία για τη σωτηρία και ως αίτηση συνεχούς προστασίας και τελείας απαλλαγής από τα δεινά:
«Εισακήκοα, πάναγνε, μάλλον δε και πεπείραμαι των θαυμάτων σου, κατενόησα το κράτος σου και ζητώ φρουρείσθαι τη δυνάμει σου» [«Άκουσα, Πάναγνη, ή μάλλον έχω βιώσει τα θαύματά σου, κατάλαβα τη δύναμή σου και ζητώ να προστατεύομαι από τη δύναμή σου»] δ΄ ωδή,
«…πάσαν σκότωσιν δεινών πειρασμών απαγαγούσα, την αιθρίαν ημίν βράβευε» [«…διώχνοντας κάθε σκοτάδι δεινών δοκιμασιών, χάριζέ μας την ξαστεριά»] ε΄,
«…αιτούμεθα εκ σου σωτηρίαν, ότι πολλοίς περιγυρούμεθα λάκκοις, ους καθ΄ ημών ο αρχέκακος ώρυξεν ούς βοήθησον ως πανσθενής, εις εκείνου τελείαν απώλειαν» [«…ζητούμε από εσένα τη σωτηρία, διότι είμαστε περικυκλωμένοι από πολλές παγίδες/λάκκους, που έσκαψε εναντίον μας ο αρχέκακος (διάβολος)· βοήθησέ μας ως παντοδύναμη, για τη δική του ολοκληρωτική καταστροφή»] ς΄,
«…εύρομεν απάσης αιχμαλωσίας ρύστην» [«…βρήκαμε τον ελευθερωτή από κάθε αιχμαλωσία»]…
Το δοξαστικό δε του πλ. α΄ ήχου στον ίδιο άγιο «Συνδράμωμεν εν πίστει τε και πόθω…» [«Ας τρέξουμε μαζί με πίστη και πόθο…»] είναι πάλι προσόμοιο του θεοτοκίου ιδιομέλου του πατριάρχου Γερμανού «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…» [«Ας σαλπίσουμε με σάλπιγγα ύμνων…»], που απαντά (το συναντάμε, βρίσκεται) στο «Και νυν» των αίνων του αγίου Νικολάου (6 Δεκεμβρίου) και στα απόστιχα του εσπερινού των Τριών Ιεραρχών (30 Ιανουαρίου).
Η συνήθεια να χρησιμοποιούνται ιδιόμελα ως αυτόμελα για τη σύνθεση προσομοίων δεν είναι άγνωστη στους μεταγενέστερους υμνογράφους¹⁹.
Πηγές στην ποίηση του Ευσταθίου είναι τα συναξάρια και οι εγκωμιαστικοί λόγοι, κυρίως όσον αφορά στον άγιο Δημήτριο. Ο ίδιος έχει, όπως είδαμε, συντάξει λόγους – πραγματείες, ένα στον άγιο Δημήτριο και ένα στους αγίους Καλυτηνούς, που συνεκδίδονται από τον Migne με τους αντίστοιχους ύμνους. Η εξάρτηση από αυτούς είναι απόλυτα εμφανής, όπως άλλως τε είναι πολύ φυσικό.
Στους λόγους αυτούς μνημονεύει και τις πηγές του, για τον άγιο Δημήτριο τα εγκώμια «μάλα πολλών ανδρών εις βάθος και εις ύψος λόγου επαναβεβηκότων και διορατικώτερον εγκυψάντων»²⁰ [«πάρα πολλών ανδρών που είχαν φτάσει σε μεγάλο βάθος και ύψος λόγου και εμβάθυναν με μεγαλύτερη διορατικότητα»] και για τους αγίους Καλυτηνούς τη «συγγραφή», προφανώς αγιολογικό κείμενο, συναξάριο ή βίο των εν λόγω αγίων²¹.
Αναλυτικότερα προσδιορίζοντας τις πηγές του στην αρχή του λόγου εις τους Καλυτηνούς αγίους, κάνει λόγο για τρία συναξάρια, που δεν είχαν, όπως φαίνεται, πολλά ιστορικά στοιχεία γι’ αυτούς: «Είτα και των ιερών πτυχίων γενόμενος, οις ανάγραπτα εντετύπωται τα των του Θεού αγίων τούτων και ονόματα και πολιτεύματα, καθ΄ έν μέν αυτών σκιαγραφίαν εύρον ουκ ευδιάπτωτον, αλλά ισχνήν πάντη και αμυδράν· ετέρω δε δευτέρω την θέαν επιβαλών έμαθόν τι ευδιακριτώτερον· ως δε και τρίτον τι τεθεώρηκα, επλατύνατό μοι τα της διακρίσεως»²²
[«Έπειτα, όταν μελέτησα τα ιερά βιβλία, τα συναξάρια, στα οποία είναι καταγεγραμμένα και αποτυπωμένα τα ονόματα και τα έργα των αγίων αυτών του Θεού, στο καθένα από αυτά βρήκα μια περιγραφή όχι εντελώς εσφαλμένη, αλλά πολύ φτωχή και αμυδρή· όταν όμως έστρεψα τη ματιά μου σε ένα δεύτερο, έμαθα κάτι πιο ξεκάθαρο· και όταν εξέτασα και ένα τρίτο, διευρύνθηκε η αντίληψή μου»].
Ο Ευστάθιος στους ύμνους του χρησιμοποιεί με άνεση και δαψίλεια [αφθονία, πλουσιοπάροχα] την αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, είτε με άμεσες παραπομπές σ’ αυτή και αναφορές σε ιερά πρόσωπα και γεγονότα, είτε έμμεσα, χρησιμοποιώντας διασκευασμένες φράσεις ή λέξεις της.
Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα τους ύμνους του Ευσταθίου είναι η θαυμάσια αρχαΐζουσα γλώσσα και το λαμπρό αττικίζον ύφος και λεξιλόγιο. Σε σύγκριση με άλλα έργα του καταβάλλει φαίνεται προσπάθεια να είναι σχετικώς απλούστερος και συμφωνότερος προς την παραδοσιακή λειτουργική γλώσσα, πράγμα όμως αρκετά δύσκολο για ένα τόσο λόγιο άνδρα.
Σ’ αυτό τον διευκολύνει και ο κατ΄ ανάγκην μικροπερίοδος λόγος και τα προϋπάρχοντα μετρικά και υμνογραφικά πρότυπα. Παρά τούτο οι ύμνοι του είναι σχετικά δυσνόητοι και αυτός ασφαλώς είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι ύμνοι του Ευσταθίου δεν βρήκαν θέση στα λειτουργικά μας βιβλία.
Ίσως αυτό είναι και το μόνο μειονέκτημα των κατά τα άλλα λαμπρών ύμνων του. Είναι λογιώτατα προϊόντα του ποιητικού καλάμου του λογιωτάτου αυτού εκκλησιαστικού πατρός και συγγραφέως, δυσκατάληπτα όμως από τον πολύ μέσης μορφώσεως λαό, που αποτελεί την πλειονοψηφία του πληρώματος της Εκκλησίας.
12. H. Delehaye, Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, Propylaeum ad Acta Sanctorum Novembris, Bruxellis 1902 (φωτ. ανατ. 1954), στ. 85-88. F. Halkin, Bibliotheca Hagiographica Graeca, t. 1., Bruxelles 1957 (“Subsidia Hagiographica” 8a), σελ. 20.
13. PG 136, 265 B. R. Janin, Les églises et les monastères des grandes centres Byzantins, Paris 1975, σελ. 350.
14. Ι. Φουντούλη, Μαρτυρίαι του Θεσσαλονίκης Συμεών περί των ναών της Θεσσαλονίκης, «Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής», τ. 21 (Θεσσαλονίκη 1976), σελ. 173-174.
15. PG 136, 265 B.
16. PG 136, 263-284.
17. PG 136, 284-289.
18. PG 136, 284 C.
19. Συγκεκριμένα κατά το ιδιόμελο «Τόν νοερόν αδάμαντα» ο ίδιος ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης συνθέτει το προσόμοιο «Τον σον σταυρόν τον άγιον…» (Εσπερινός Πέμπτης Δ΄ εβδομάδος των Νηστειών, τροπ. γ΄)· κατά το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…» έχει ποιηθεί το «Σήμερον γεννάται εκ παρθένου…» (δοξαστικό Θ΄ μεγάλης ώρας της παραμονής των Χριστουγέννων)· κατά το «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων…» το δοξαστικό των αίνων του αγίου Νικολάου «Σαλπίσωμεν εν σάλπιγγι ασμάτων, σκιρτήσωμεν εόρτια…» και το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού των τριών Ιεραρχών (από τα οποία και αμέσως εξαρτάται το ιδιόμελο στον άγιο Δημήτριο του Ευσταθίου) κ.ά.
20. PG 136, 169 B.
21. PG 136, 284 B.
22. PG 136, 265 C.
Από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Άγιος Ευστάθιος, Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Ευσταθίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (7-9 Νοεμβρίου 1988), Θεσσαλονίκη.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
