
Ιωάννης Ε. Αναστασίου*
Ο πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος ως αγιολόγος
Μυστικές εμπειρίες
Η ενάρετη ζωή και η αφοσίωση στο Θεό οδήγησαν την Αγ. Ανυσία στην ανάβαση και στη συνομιλία με το Θεό με την πηγήν των δακρύων, τις γονυκλισίες οπότε σκύβοντας στη γη πίστευε ότι ασπάζεται τα πόδια του Κυρίου και τα πλένει με τα δάκρυά της όπως η Μαρία του ευαγγελίου με το μύρο «και είτ’ ένθεος γινομένη όλη προς έκτασιν ενεργώς τελευτά, εκδημούσα επί πολύ τω νω πρός τον Θεόν και μυουμένη τα τελεώτατα»33
[«…και αφού γίνει ολόκληρη θεϊκή (ένθεη) και οδηγηθεί ενεργά σε έκσταση, αποδημώντας (ξεφεύγοντας) για πολύ με τον νου προς τον Θεό και μυούμενη στα τελειότερα μυστήρια»].
Αν όμως εδώ ο πατριάρχης Φιλόθεος μας δίνει μια σύντομη αναφορά στην έκταση και μάλιστα για λαϊκό, σε άλλες περιπτώσεις μας μεταφέρει με περισσότερες λεπτομέρειες και πιο συχνά στις σφαίρες της μυστικής ησυχαστικής εμπειρίας. Αυτό συμβαίνει στο βίο του οσίου Σάββα του Νέου και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Ο όσιος Σάββας ήταν αλλοιωμένος από τον έρωτα του Χριστού, ποθούσε να μαρτυρήσει για το Χριστό και έτρεφε μανιακό έρωτα για τους μάρτυρες, κάθε μέρα αγωνιζόταν με τις δυνάμεις του Σατανά, είχε παιδαγωγήσει τις αισθήσεις του και σιωπούσε και με την ζωή αυτή ήθελε να φτάσει στην νήψιν.
Ύστερα από κακομεταχείριση που υπέφερε από Ιταλούς μοναχούς στην Κύπρο, ήταν ξαπλωμένος στο δρόμο, αβοήθητος σαν νεκρός. Ο Θεός όμως δεν παραμέλησε τον αθλητή του και του είπε «πάρειμι και ο τρόπος οίος, φως ρυέν ουρανόθεν αθρόον, ω της αρρήτου και ξένης λαμπρότητος και γλυκύτητος του φωτός εκείνου. Πρώτα μεν τον ηγεμόνα νουν αρρήτως καταφωτίζει τε και γλυκαίνει έπειτα και του σώματος πάσαν αίσθησιν και παν μέλος υγιάναν καθάπαξ ως μηδέ πληγής ίχνος ως ειπείν εναφείναι, δύναμίν τε πολλώ της προτέρας ισχυροτέραν και οίον ακμάζουσαν εμβαλόν, ως εκ νεκρών ανίστησι ζώντα»34
«Είμαι παρών, και ο τρόπος είναι ο εξής: φως έρρευσε ξαφνικά από τον ουρανό· ω, τι ανείπωτη και παράξενη λαμπρότητα και γλυκύτητα είχε εκείνο το φως! Πρώτα μεν φωτίζει ανείπωτα και γλυκαίνει τον κυρίαρχο νου, έπειτα δε θεραπεύει ολοκληρωτικά κάθε αίσθηση και κάθε μέλος του σώματος, έτσι ώστε, για να το πούμε έτσι, να μην αφήσει ούτε ίχνος πληγής, και αφού εισαγάγει δύναμη πολύ ισχυρότερη από την προηγούμενη και σαν ακμάζουσα, ανασταίνει τον άνθρωπο σαν ζωντανό από τους νεκρούς».
Ο όσιος Σάββας είχε στην ψυχή του το φόβο του Θεού, πράγμα που είναι η αρχή της σοφίας και η τήρηση των εντολών και έτσι λέπτυνε το παχύτερο και γεώδες της σάρκας του και υπέταξε το παθητικό και το άλογο της ψυχής στο λόγο και απόκτησε την καθαρότητα της καρδίας· η κατάσταση αυτή ονομάζεται και ειρήνη των λογισμών, μακαρία απάθεια, τελειότητα και τέλος αγάπη. Όσοι τήρησαν αλώβητο το κατ’ εικόνα ανεβαίνουν στο καθ’ ομοίωση με την καθαρότητα και ο Θεός τους ομιλεί ωσάν να είναι δικοί του κι αν δεν είναι τολμηρό να το πούμε, ενώνονται με τον Θεό και γνωρίζονται «μακάριοι», λέγει, «οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον θεόν όψονται»35, όχι στο μέλλον αλλά στο παρόν36.
Αφού ο όσιος έφτασε σε τέτοια τελειότητα και ενώ βρισκόταν στο σπήλαιο του στην Παλαιστίνη, δέχτηκε την επίθεση του Σατανά, ο οποίος στην αρχή προσπάθησε να τον τρομάξει με τρομερούς θορύβους και κατόπιν άρχισε να τον χτυπάει δυνατά σε όλο του το σώμα· ο άγιος τον έδιωξε με την επίκληση του ονόματος του Χριστού.
Εκεί λοιπόν που ο όσιος ήταν ξαπλωμένος σαν νεκρός τα μεσάνυχτα και είχε ανοιχτά τα μάτια κοιτάζοντας ψηλά προς τον ουρανό, βλέπει να ανοίγει ο ουρανός και να χύνεται άρρητο φως με λαμπρότητα. Λάμπει ολόκληρο το δωμάτιο με το μεγάλο και πρώτο φως και βλέπει ο όσιος το φως που έλαμψε στο Θαβώρ, αυτό που είδε ο Πέτρος και οι υιοί της βροντής, που ανέβηκαν στο όρος μαζί με το Χριστό.
Και έτσι που ήταν ξαπλωμένος «και την φυσικήν πτώσιν των αισθήσεων αφηρημένην ενέργειαν, τω κάλλει και τη δόξη και ηδονή της αρρήτως εκφανθείσης θεότητος όλος αλλοιούται και μεταπλάσσεται την θαυμαστήν της δεξιάς του Κυρίου αλλοίωσιν, ιδείν συν τοις αγγέλοις αξιωθείς εν σαρκί α οφθαλμός ουκ οίδε και ους ουκ ήκουσεν και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη»37
[«…και αφού αποσύρθηκε η φυσική λειτουργία των αισθήσεων, αλλοιώνεται και μεταπλάσσεται ολόκληρος από το κάλλος, τη δόξα και την ηδονή της θεότητας που φανερώθηκε με τρόπο άρρητο (ανείπωτο), σύμφωνα με τη θαυμαστή αλλοίωση της δεξιάς του Κυρίου, αξιωθείς να ιδεί μαζί με τους αγγέλους, όντας ακόμα με σάρκα, αυτά που μάτι δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και στο νου ανθρώπου δεν ανέβηκαν»].
Όλα αυτά τα είδε με την νέκρωση των αισθήσεων, γιατί δεν μπορούσε να ιδεί με τις αισθήσεις του τις σωματικές, άλλωστε και οι μαθητές στο Θαβώρ ήσαν «ύπνω βαρούμενοι» και είδαν τη δόξα του Θεού. Όποιος βλέπει το Θεό τον βλέπει με τα μάτια του πνεύματος. Και ο όσιος λοιπόν είδε το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος, σύμφωνα με τον Μέγα Αθανάσιο «είδε τον γλυκύτατον Ιησούν αρρήτω τινί κάλλει και γλυκύτατον φωτί της φυσικής της θεότητος δόξης εκ του Μαρίας αγίου σώματος κατά τον αυτόν Θεολόγον εκλάμποντα, είδε τοις υπερφυέσι εκείνοις οφθαλμοίς ους εν τοις αξίοις η δημιουργός μετασκευάζει του πνεύματος δύναμις προς μετοχήν δηλαδή του λόγου θεοφανείας»38
[«είδε τον γλυκύτατον Ιησούν να εκλάμπει (να ακτινοβολεί) από το άγιο σώμα της Μαρίας με κάποιο ανείπωτο κάλλος και με γλυκύτατο φως της δόξας της φυσικής θεότητάς Του, σύμφωνα με τον ίδιο τον Θεολόγο…»].
Έτσι και ο Στέφανος ενώ στεκόταν στο συνέδριο και ο Αντώνιος και ο Μακάριος και «ει τις των κατ’ εκείνους κόμματος έτερος κατά τους θείους χρησμούς καθαρθέντες είδον τον Κύριον»39
[«…και όποιος άλλος ανήκε στην ομάδα εκείνων (των αγίων), αφού καθαρίστηκαν σύμφωνα με τα θεία λόγια, είδαν τον Κύριο»].
Ο όσιος αποφάσισε να προχωρήσει πιο βαθιά στην έρημο, πέρα από τον Ιορδάνη ποταμό και δεν έβρισκε τίποτε να φάγει, έπεσε κάτω εξαντλημένος από την πείνα και από τη δίψα· ήρθε άγγελος από τον ουρανό «άρρητός τε ευωδία συν εκείνω κατιούσα και δρόσος άμα και φως ανέψυξέ τε κατά γης ερριμμένον τον αθλητήν και το παν εκείνω χωρίου αθρόως εις εαυτό μετεσκεύασεν»40
[«…και μια άρρητη ευωδία κατεβαίνοντας μαζί με αυτό (το φως), και μαζί δροσιά και φως, αναζωογόνησε τον αθλητή [του Χριστού] που ήταν ριγμένος στη γη, και μετέτρεψε αμέσως ολόκληρο εκείνο το μέρος σε δικό του (στο φως). Ο άγγελος του έδωσε πάλι την υγεία του και του υποσχέθηκε ότι θα τον προστατεύσει»].
Ο όσιος έφυγε από τα βαθύτερα της ερήμου, ήρθε πάλι στον Ιορδάνη και κατοικούσε σε ένα σπήλαιο. Εκεί δέχτηκε νέα επίθεση των δαιμόνων, οι οποίοι τον έπιασαν και τον έριξαν σε βάραθρο, ο άγγελος όμως τον προστάτευσε και στάθηκε όρθιος, έμεινε εκεί με τα χέρια σηκωμένα στον ουρανό 40 ημέρες χωρίς να φάγει ή να πιεί τίποτε «ακλινής όλος και άυπνος, ανδριάς εξ αψύχου τινός κατασκευασθείς όλης η φύσιν αν τις είπεν άθλον»41
[«…ακίνητος ολόκληρος και άυπνος, ένας ανδριάντας κατασκευασμένος από κάτι άψυχο, θα έλεγε κανείς πως ξεπέρασε όλη την ανθρώπινη φύση»].
Ύστερα από τρεις ημέρες ενώ προσευχόταν νόμισε ότι τον άρπαξαν, πήγε πάνω από τον ουρανό και του φάνηκε να χύνεται φως χωρίς να μπορεί να ειπεί πόση δόξα και αφθονία είχε, ωσάν άπειρο πέλαγος χυμένο πάνω σ’ ολόκληρο το υπερουράνιο πλάτος. Φαινόταν να τα πλημμυρίζει όλα, να τα λαμπρύνει ωσάν μια υπερφυσική αστραπή και ο γλυκύτατος Ιησούς καθόταν επάνω από το φως και «ολόκληρο το πλάτος χίλιαι μεν ουν χιλιάδες και μύριαι μυριάδες ταγμάτων αγγελικών κύκλωθεν εστηκυίαι, κατά τον μέγαν ειπείν Δανιήλ ελειτούργουν αυτώ· φωτός δε πηγή τις ακένωτος αύθις· ποταμηδόν εκείθεν προχεομένης»42
[«…και ολόκληρο το πλάτος (ήταν γεμάτο) από χίλιες χιλιάδες και μύριες μυριάδες αγγελικών ταγμάτων που στέκονταν κυκλικά, όπως λέει ο μέγας Δανιήλ, και τον υπηρετούσαν· και πάλι μια πηγή φωτός ανεξάντλητη, που χυνόταν από εκεί σαν ποτάμι»].
Και ο όσιος έλεγε ότι δεν εχόρταινε να βλέπει τον Ιησού και την άρρητη δύναμη και λαμπρότητα που ξεπηδούσε από εκεί· «όλος γαρ ην γλυκασμός, κατά το ειρημένον, όλος επιθυμία και έφεσις, κάλλος απόρρητον, αθανασία και χαρά και ευφροσύνη ανεκλάλητος»43
[«…γιατί (ο Ιησούς) ήταν όλος γλυκύτητα, σύμφωνα με τα γραφόμενα, όλος επιθυμία και πόθος, κάλλος απόρρητο, αθανασία και χαρά και ευφροσύνη ανεκλάλητη»].
Άγγελος ήρθε από τον ουρανό και του είπε ότι αξιώθηκε να ιδεί τον ήλιο της δικαιοσύνης και να γνωρίζει ότι «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»44, πράγμα το οποίο είναι και η μέλλουσα απόλαυση των δικαίων «η περιώνυμος αύτη φημί βασιλεία των ουρανών, ης δηλονότι των προοιμίων καντεύθεν αξιούσθαι πεφύκασιν οι διά καθαρότητος περιουσίαν το της υιοθεσίας καλώς εφθακότες αξίωμα»45
[«…αυτή η περίφημη, λέγω, βασιλεία των ουρανών, της οποίας τα προοίμια (την πρόγευση) αξιώθηκαν να έχουν από εδώ (από την επίγεια ζωή) εκείνοι που, λόγω της μεγάλης τους καθαρότητας, έφτασαν επιτυχώς στο αξίωμα της υιοθεσίας (από τον Θεό)»].
- Λόγος στην Αγία Ανυσία, ό.π. σ. 79
- Βίος οσίου Σάββα του Νέου, ό.π. σ. 236-237.
- Ματθ. 5,8.
- Βίος οσίου Σάββα του Νέου, ό.π. σ. 248.
- Βίος οσίου Σάββα του Νέου, ό.π. σ. 253-254, Α΄ Κορ. 2,9.
- Βίος οσίου Σάββα του Νέου, ό.π. σ. 254.
- Ίδιο έργο σ. 254.
- Ίδιο έργο σ. 255.
- Ίδιο έργο σ. 259.
- Ίδιο έργο σ. 267-268.
- Ίδιο έργο σ. 269.
- Ματθ. 5,8.
- Βίος οσίου Σάββα του Νέου, ό.π. σ. 270.
Από την έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν του εν αγίοις πατρός ημών Φιλοθέου αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Θεσσαλονικέως» (14-16 Νοεμβρίου 1983).
Επιμέλεια: Στ.Κ.
