
Μητροπολίτη Τυρολόης και Σερεντίου Παντελεήμονος Ροδοπούλου
Συμεών Θεσσαλονίκης και η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία
Αυτή λοιπόν η πόλις [η Κωνσταντινούπολη] και η Εκκλησία της, η οποία εθεμελιώθη και ανωκοδομήθη εις την Τριάδα, εις την οποίαν διά της Β΄ Οικουμενικής συνόδου επεσφραγίσθησαν τα της Τριάδος, και η οποία ακραιφνώς εκήρυξε το μυστήριον της Τριάδος, εξακολουθεί να εναθλή και να αγωνίζεται πάντοτε υπέρ της Τριάδος και να πολεμήται υπό των εχθρών της Τριάδος.
Έχουσα την υπό των συνόδων επικυρωθείσαν εις αυτήν οικουμενικήν δικαιοδοσίαν, (εις τας βαρβαρικάς χώρας ως διατυπώνει η Δ’ Οικουμενική σύνοδος) αναπτύσσει Ιεραποστολικόν έργον, «χειροτονούσα και καθιστώσα εν Πνεύματι» τους κήρυκας της Τριάδος και εξαποστέλλουσα αυτούς, ως αποστόλους εις όλον τον κόσμον.
Ως προς τα πρεσβεία τιμής Ρώμης και Κωνσταντινουπόλεως, ο Συμεών Θεσσαλονίκης, αναφέρεται εις τας αποφάσεις της Β΄ Οικουμενικής συνόδου, η οποία, ως λέγει, «τα ίσα πρεσβεία τω Κωνσταντινουπόλεως νέμουσα πρώτον είναι τον Ρώμης φησί, και τον της Κωνσταντινουπόλεως ίσα μεν τω Ρώμης δυνάμενον είναι, δεύτερον δε μετ’ εκείνον υπάρχειν».
Αναφέρεται επίσης εις την Δ΄ Οικουμενικήν σύνοδον, η οποία «τον αυτόν ανακεφαλαιούμενη κανόνα (2ον Βας), τα όμοια περί των πρεσβείων του Ρώμης τε και του Κωνσταντινουπόλεως φησί».
Ο Συμεών εις την επιστολήν του «προς τον Πατριάρχην περί κωλύματος συνοικεσίου», παραπονείται και εκφράζει την λύπην του διά την δοθείσαν λύσιν εις συγκεκριμένην περίπτωσιν, εμφανισθείσαν εις την Εκκλησίαν Θεσσαλονίκης.
Το παράπονον και η λύπη του Συμεών δεν αποτελούν αμφισβήτησιν του πρωτείου του Πατριάρχου ή της αρμοδιότητος του εις τοιαύτα ζητήματα. Αποτελεί ευλαβή έκφρασιν άλλης αυστηροτέρας γνώμης. Η περίπτωσις πνευματικής συγγενείας, η οποία αναφέρεται εις την επιστολήν είναι περίπλοκος.
Δύο συντέκνοι [κουμπάροι], συνδεόμενοι διά πνευματικής συγγενείας, επιθυμούν να γίνουν και συγγενείς διά γάμου. Ο ένας, ανάδοχος εις το βάπτισμα μερικών εκ των τέκνων του άλλου, επιθυμεί να υπανδρεύσει την κόρην του με ένα εκ των υιών του συντέκνου του, τον οποίον δεν είχε βαπτίσει.
Ο Συμεών νομίζει ότι αυτό δεν είναι δυνατόν να γίνη, διότι όλα τα τέκνα των δύο αυτών ανθρώπων, τα βαπτισθέντα και τα μη βαπτισθέντα υπό του πρώτου, λόγω πνευματικής συγγενείας, είναι εξαδέλφοι και συνεπώς κατά τον Συνοδικόν Τόμον του Σισινίου (997), όπως τον ερμηνεύει ο Συμεών, δεν ημπορούν να συνάψουν μεταξύ των γάμον.
Η πνευματική δε σχέσις κατά τον Συμεών είναι ανωτέρα κάθε φυσικής συγγενείας. Οι ενδιαφερόμενοι προσέφυγον εις το Πατριαρχείον και εδικαιώθησαν.
Ο Συμεών λυπηθείς εκ της αποφάσεως του Πατριάρχου και της ενδημούσης συνόδου διαμαρτύρεται.
Πράττει τούτο μη αμφισβητών ότι ο Πατριάρχης είναι «κεφαλή» του, αλλά διά της επιστολής του εκφράζει την γνώμην του, συμφώνως και προς τον 34ον Αποστολικόν κανόνα. Νομίζει, ότι η απόφασις αυτή του Πατριαρχείου, αίρουσα την πρωτόδικον ιδικήν του, θα έχη συνεπείας μειωτικάς διά το κύρος του και διά το ποιμαντικόν του έργον.
Τέλος, ο Συμεών παρακαλεί να μη θεωρηθή αυθάδης «πνεύματι και τοις εαυτού» στοιχών [υπακούοντας] και διαβεβαιώνει ότι θα συμμορφωθή προς την απόφασιν του Πατριαρχείου. Παρακαλεί όμως να μη αναγκασθή να δώση «γνώμην παρά γνώμην».
Η εκ πεποιθήσεως και Ορθοδόξου φρονήματος αφοσίωσις του Συμεών εις την Μεγάλην του Χριστού Εκκλησίαν διατρανώνεται εις δυσκόλους στιγμάς της ιστορίας της Θεσσαλονίκης. Τότε που ο Συμεών ευρίσκεται προ του τραγικού διλήμματος να επιλέξη μεταξύ της κατακτήσεως της πόλεως υπό των Μουσουλμάνων Τούρκων ή παραδόσεως της εις τους Λατίνους Βενετούς.
Εκείνος είναι υπέρ της αντιτάξεως αμύνης και εις τους δύο και υπέρ της διατηρήσεως της κυριαρχίας του Ρωμαίου βασιλέως της Κωνσταντινουπόλεως. Προ της τραγικότητος όμως της καταστάσεως και της ασφυκτικής πιέσεως των πολλών αναγκάζεται να υποχωρήση δεχθείς την κυριαρχίαν των Βενετών.
Οι Βενετοί ήθελον όμως να επιβάλουν το εκκλησιαστικόν καθεστώς, το οποίον και αλλαχού είχον εισαγαγεί. Δηλαδή να καταργήσουν τον Ορθόδοξον Αρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης και να εισαχθή το σύστημα των πρωτοπαπάδων.
Ο Συμεών μόνος αγωνίζεται σκληρά προς ανθρώπους «φθονερούς» και «επιβούλους», οι οποίοι εμερίμνων «τα εαυτών» και όχι «τα του Χριστού» και επέτυχε «το μη τα των εκκλησιών πάντη διαφθαρήναι [καταστραφεί]».
Επέβαλεν οι Θεσσαλονικείς να διατηρήσουν τα άνωθεν «ορθά έθη» των Ορθοδόξων, τα θεία δόγματα και τους ναούς και τας μονάς και ο Αρχιεπίσκοπος «ως έθος αρχαίον, παρά του της Κωνσταντίνου ορθοδόξου Πατριάρχου και της συνόδου» να χειροτονηται.
Ο θάνατος του Συμεών Θεσσαλονίκης ολίγους μόνον μήνας προ της πτώσεως της πόλεως εις τους Τούρκους, υπήρξε πράξις ελέους του Θεού προς την τραγικήν και αγίαν αυτήν προσωπικότητα, αλλά και κακός οιωνός διά την επερχομένην πτώσιν της πόλεως.
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ιεράς Μητρόπολης Θεσσαλονίκης, «Πρακτικά Λειτουργικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών Συμεώνος Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού 15.9.81», έκδοση Ιεράς Μονής Αγίας Θεοδώρας Θεσσαλονίκης, 1983.
Επιμέλεια: Στ.Κ.
