
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Ομιλία 34
Στην σεπτή Μεταμόρφωση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού
Στην οποία αποδεικνύεται ότι το κατ’ αυτήν φως είναι άκτιστο
6. Αλλά με την φαινομενική διαφωνία μεταξύ τους μας υποδηλώνουν και κάτι άλλο μεγάλο και μυστικό. Γι’ αυτό όσοι είσθε διαπεραστικοί κατά την διάνοια εντείνατε την προσοχή σας σε όσα θα λεχθούν. Γιατί αλήθεια ο μεν ένας είπε μετά έξι ημέρες, ο δε άλλος επέρασε και την εβδόμη, μνημονεύοντας την ογδόη;
Διότι το μέγα θέαμα του φωτός της μεταμορφώσεως του Κυρίου είναι μυστήριο της ογδόης ημέρας, δηλαδή του μέλλοντος αιώνος, που αναφαίνεται μετά την κατάπαυση του κόσμου που έγινε σε έξι ημέρες και την υπέρβαση της αισθήσεώς μας που ενεργεί εξαδικώς· διότι πέντε αισθήσεις έχομε, προστιθέμενος δε σ’ αυτές ο κατ’ αίσθηση προφορικός λόγος καθιστά εξαδική την ενέργεια της αισθήσεώς μας.
Είναι δε η επηγγελμένη για τους αξίους βασιλεία του Θεού όχι μόνο υπέρ αίσθηση αλλά και υπέρ λόγο· γι’ αυτό μετά την καλή ανενεργησία τούτων των εξαδικώς εκτελουμένων, της οποίας ανενεργησίας την αξία καρπώνεται η εβδόμη, κατά την ογδόη με τη δύναμη ανωτέρας ενεργείας αναφαίνεται η βασιλεία του Θεού.
Και αυτήν τη δύναμη του θείου Πνεύματος, διά της οποίας βλέπεται από τους αξίους η βασιλεία του Θεού, ενδεικνύοντας ο Κύριος κατά τον θείο Λουκά στους μαθητάς προείπε· «υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο, έως ότου ιδούν τη βασιλεία του Θεού να έχη έλθει εν δυνάμει», δηλαδή με το να παράσχη στους βλέποντας δύναμη να ιδούν τα αθέατα προκαθαίροντας από την θανάσιμη και ψυχώλεθρη φθορά, που είναι η αμαρτία· αυτής δε της αμαρτίας γεύσις είναι η αρχή της κακίας στο λογισμό, από την οποία όσοι προκαθαρθούν δεν γεύονται τον κατά ψυχή θάνατο, τηρούμενοι αμόλυντοι και κατά την διάνοια, όπως νομίζω εγώ, με τη δύναμη της μελλούσης επιφανείας.
7. «Υπάρχουν μερικοί από αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν θάνατο, έως ότου ιδούν τη βασιλεία του Θεού να έχη έλθει εν δυνάμει». Παντού είναι ο βασιλεύς του παντός και παντού είναι η βασιλεία του, ώστε το να έρχεται η βασιλεία του δεν δηλώνει το ότι φθάνει από αλλού σε άλλα μέρη, αλλά το ότι αυτή φανερώνεται με τη δύναμη του θείου Πνεύματος· γι’ αυτό έλεγε να έχη έλθει εν δυνάμει.
Αυτή δε η δύναμις δεν εγγίνεται απλώς στους τυχόντας, αλλά στους ευρισκομένους μαζί με τον Κύριο, δηλαδή στους στηριγμένους στην πίστη του και στους κατά το παράδειγμα του Πέτρου και του Ιακώβου και του Ιωάννη, που και αυτοί φέρονται προηγουμένως από τον λόγο επάνω σε υψηλό όρος, δηλαδή ανεβάζονται επάνω από τη φυσική μας ταπεινότητα· επειδή γι’ αυτό ο Θεός φαντάζεται κατά το λόγιο, επάνω στο όρος, αφ’ ενός μεν κατεβαίνοντας αυτός από την περιωπή του, αφ’ ετέρου δε ανεβάζοντας εμάς από την κάτω ταπείνωση, για να χωρεθή, μετρίως φυσικά και όσο είναι ασφαλές σε γεννητή φύση, ο αχώρητος.
Η τέτοια φαντασία δεν είναι χειρότερη από τον νουν, αλλά πολύ ανώτερη και υψηλότερη, ως γεννωμένη με τη δύναμη του θείου Πνεύματος.
8. Επομένως δεν γίνεται και απογίνεται, ούτε περιγράφεται ούτε υποπίπτει σε αισθητική δύναμη το φως της μεταμορφώσεως του Κυρίου, αν και έχει ιδωθή με σωματικούς οφθαλμούς για λίγο χρόνο και σε μικρή κορυφή του όρους· αλλά με την εναλλαγή των αισθήσεων, που ενήργησε σ’ αυτούς το Πνεύμα, μετέβηκαν οι μύστες του Κυρίου τότε από την σάρκα στο πνεύμα, κατά το λόγιο, και έτσι είδαν αυτό που εχάρισε και όσο εχάρισε σ’ αυτούς η δύναμις του θείου Πνεύματος, το απόρρητο εκείνο φως.
Τούτο το φως, επειδή δεν αντιλήφθηκαν οι τώρα βλασφημούντες κατ’ αυτού, ενόμισαν ότι οι πρόκριτοι των Αποστόλων είδαν με αισθητική και κτιστή δύναμη το φως της μεταμορφώσεως του Κυρίου, και γι’ αυτό επιχειρούν να το κατεβάσουν σε κτίσμα, όχι μόνο εκείνο το φως, δηλαδή την δόξα και βασιλεία του Θεού, αλλά και τη δύναμη του θείου Πνεύματος, δια της οποίας αποκαλύπτονται τα θεία στους αξίους.
Πραγματικά δεν άκουσαν ή δεν επίστευσαν στον Παύλο που έλεγε, «τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε, και τα οποία δεν ανέβηκαν σε καρδιά ανθρώπου, αυτά που ετοίμασε ο Θεός σ’ αυτούς που τον αγαπούν, σ’ εμάς δε αποκάλυψε ο Θεός δια του Πνεύματός του· διότι το Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού».
Συνεχίζεται
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 10» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Παναγιώτης Κ. Χρήστου.
