
Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης
Ομιλία 50
Στο ευαγγέλιο της έκτης Κυριακής του Λουκά που λέγει
«Όταν εξήλθε ο Ιησούς στη γη τον συνάντησε κάποιος άνδρας από την πόλι που είχε δαιμόνια από πολλά χρόνια» (Λουκά 8. 27-39)
6 Δεν συνήντησε δε απλώς τον Ιησού διά του ανθρώπου εκείνου ο Λεγεών των πονηρών πνευμάτων αλλά «κι’ επρόσπεσε και εκραύγασε με μεγάλη φωνή, τι υπάρχει ανάμεσα σ’ εσέ κι’ εμέ, υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης· διότι, λέγει, ο Κύριος παρήγγειλε στο ακάθαρτο πνεύμα να εξέλθη από τον άνθρωπο».
Έχοντας καταπλεύσει από ευσπλαγχνία επίτηδες ο Κύριος σ᾽ εκείνον τον αιγιαλό, όπου εζούσε ο δαιμονισμένος, διέτασσε μεν τον λεγεώνα των δαιμόνων να εξέλθη από τον άνθρωπο, δεν διευκρίνιζε δε που να μεταβή.
Γι’ αυτό το μιαρώτατο εκείνο πλήθος των πονηρών πνευμάτων, επειδή καταλήφθηκαν από αμηχανία κι’ εφοβήθηκαν μήπως τώρα παραδοθούν από τον Κύριο στη μέλλουσα καταδίκη, στην προετοιμασμένη γι’ αυτούς γέεννα του πυρός, από την οποία θα παραδοθούν σε τελεία ακινησία, αφού θα καταργηθή κάθε ενέργειά τους, αναγκάσθηκαν να προσέλθουν και να προσπέσουν και να χρησιμοποιήσουν ταπεινότερα και αληθινά λόγια προς τον Κύριο, μαρτυρώντας ότι είναι Υιός του Υψίστου, και συγχρόνως εξετάζοντας ότι με τη μαρτυρία σαν είδος κολακείας θα μεταπείσουν τον Κύριον των όλων.
7 Ο δε Κύριος ανέχθηκε τη μαρτυρία από αυτά προς καταρτισμό των ευρισκομένων στο πλοίο. Πραγματικά εκείνοι βλέποντας τα τόσα μεγάλα θαύματά του στη θάλασσα, έλεγαν ανάμεσά τους με απορία, «ποιος είναι τούτος, που και οι άνεμοι και η θάλασσα τον υπακούουν». Τώρα δε έμαθαν ποιος είναι τούτος, ότι είναι «ο Υιός του Υψίστου».
Διότι και ο Διάβολος είναι πάντοτε συνεργός στη βουλή του Θεού, όχι θέλοντας ο ίδιος τούτο ούτε αποβλέποντας σ’ αυτό, γι’ αυτό και κάποιος θεοφόρος λέγει, ότι «το κακό συνεργεί στο αγαθό όχι με καλή προαίρεσι»1. Ο δε Κύριος, θέλοντας να δείξη στους παρόντες ότι ο τόσο φοβισμένος αυτός δαίμων δεν είναι ένας, αλλά πολύ πλήθος, τον ερώτησε, «ποιο είναι το όνομά σου; Εκείνος απάντησε, το όνομά μου είναι Λεγεών, διότι είμαστε πολλά δαιμόνια». Μερικοί λέγουν ότι η μονάδα του λεγεώνος αποτελείται από έξι περίπου χιλιάδες.
8 «Και τον παρακαλούσαν», λέγει, «να μη τους διατάξη να μεταβούν στην άβυσσο». Βλέπεις ότι, όπως είπαμε παραπάνω, ο φόβος είναι που τους ανάγκασε και να προσέλθουν και να προσπέσουν και να χρησιμοποιήσουν σχήματα και λόγια αληθινά και ταπεινότερα;
Βλέπε δε και την παντοκρατορική εξουσία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού διότι ο δαίμων ακουσίως τον εμαρτύρησε ως Κύριο και της αβύσσου. Ποιος δε είναι αυτός που επιβλέπει αβύσσους; Πάντως αυτός που κάθεται στα υψηλά και περιέχει και κατευθύνει τα πάντα.
9 Βλέπε δε και ότι το στίφος των δαιμόνων δεν μπορεί να μένη πουθενά, ακόμη και όταν παίρνη την άδεια και την παραχώρησι· γι’ αυτό και διατασσόμενο από τον Κύριο να απέλθη, μη εντελλόμενο δε που να απέλθη, κατελήφθηκε από μεγάλη βία κι’ ευρήκε για καταφύγιο τους χοίρους που έβοσκαν στο όρος, για να διαφύγη δι’ αυτών.
Αλλά δεν είχε ούτε εναντίον εκείνων εξουσία, πολύ περισσότερο μάλιστα από όσο εναντίον ανθρώπων ή άλλων όντων. «Ήταν», λέγει, «εκεί αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη στο όρος. Και τον παρακάλεσαν να τους επιτρέψη ν’ απέλθουν σ’ εκείνους και τους το επέτρεψε. Αφού δε εξήλθαν από τον άνθρωπο τα δαιμόνια εισήλθαν στους χοίρους· και ώρμησε η αγέλη των χοίρων κάτω στον κρημνό προς τη λίμνη κι’ επνίγηκε».
Τα δαιμόνια λοιπόν, ζητώντας πρόφασι φυγής και έχοντας κακοποιό προαίρεσι, εζήτησαν την άδεια κατά των χοίρων, αφού τα έδιωχνε από τους ανθρώπους ο Σωτήρ και κατάλαβαν ότι δεν εδιώχνονταν από ένα ή δύο ανθρώπους, αλλά διά του ενός από όλους.
Ο δε Κύριος τους το επέτρεψε, για να μάθωμε εμείς, από όσα έπαθαν οι χοίροι, ότι δεν θα ελυπώνταν ούτε τον άνθρωπο να τον παραδώσουν σε πλήρη καταστροφή, αν δεν αναχαιτίζονταν πρωτύτερα αοράτως από τη δύναμι εκείνου.
10 «Καθώς δε», λέγει, «είδαν οι βοσκοί, έφυγαν· κι’ ανέφεραν στην πόλι και στους αγρούς το γεγονός». Λάβετε τώρα στο νου σας τον άσωτο υιό του ευαγγελίου που εσώθηκε με τη φυγή των χοίρων, για να καταλάβετε, ποιοί ήσαν αυτοί που έβοσκαν τους χοίρους, μάλλον δε ποιοι ομοιάζουν με αυτούς.
Πραγματικά ο χοιρώδης βίος εξ αιτίας της ακαθαρσίας του συμβολίζει κάθε πονηρό πάθος, χοίροι δε είναι κυρίως αυτοί που περιφέρουν τον από την σάρκα λερωμένο χιτώνα, και προϊστάμενοί τους, σαν είδος βοσκών, είναι εκείνοι που υπερέχουν ανάμεσά τους σε ηδυπάθεια και λαμβάνουν πρόνοια για τη σάρκα και τη δίαιτα, ώστε να ικανοποιήσουν την επιθυμία τους.
11 Σ’ εμάς όμως δεν επιτρέπει ο καιρός ούτε, όπως βλέπετε, ο θόρυβος του πλήθους να εκθέσωμε τη συνέχεια λεπτομερώς, ποια δηλαδή είναι η προκαλουμένη από την αμαρτία γύμνωσις, την οποία υπεδήλωνε εκείνος ο δαιμονισμένος, και η διαβίωσις στα όρη (διότι, λέγει, «δεν ενδυόταν φόρεμα και δεν έμενε σε οικία, αλλά στα μνήματα»), και ποιες είναι οι αλυσίδες, τα σίδερα και τα δεσμά που έσπαζε εκείνος και καταδιωκόταν.
12 Αλλ’ ας αποφύγωμε κι’ εμείς, μάλιστα οι μοναχοί, τη συναναστροφή και συμβίωσι μαζί με τους χοίρους στους αγρούς. Διότι κατά το Σολομώντειο λόγιο, «κακές συναστροφές φθείρουν χρηστά ήθη»2, και συνήθως ο καθένας είναι ή γίνεται όμοιος με τους συντρόφους του. Τι το όφελος να φύγης μια φορά τον κόσμο και να ευρής καταφύγιο τα αφιερωμένα στο Θεό φροντιστήρια, να βγαίνης δε καθημερινά από αυτά και να ανακατεύεσαι πάλι με τον κόσμο;
Ειπέ μου, πως τριγυρνώντας στις αγορές θα διαφύγης τα υποκαύματα των παθών, διά των οποίων επέρχεται ο θάνατος της ψυχής που χωρίζει τον άνθρωπο από τον Θεό; Αυτός είναι ο θάνατος που ανεβαίνει σ’ εμάς διά των θυρίδων που είναι μέσα μας, δηλαδή των αισθήσεων, διά των οποίων εξέπεσαν από την αθανασία κι’ οι προπάτορες εκείνοι.
Συνεχίζεται
1 Βλ. Ιωάννη Χρυσοστόμου, «Προς Σταγείριον». Μεγάλου Βασιλείου, «Ότι ουκ έστιν αίτιος των κακών ο Θεός».
2 Α’ Κορινθίους από την Θαΐδα του Μενάδρου. Ο χαρακτηρισμός «σολωμόντειον» είναι εσφαλμένος και ίσως να προέρχεται από περιθωριακόν σχόλιον [κάποιο σχόλιο που έγραψε στο περιθώριο του χειρογράφου κάποιος αντιγραφέας του].
Απόσπασμα από την 50η ομιλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, όπως δημοσιεύεται στον τόμο, «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 11» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς».
