†Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης), Τα επί μέρους κυριώτερα γνωρίσματα, που κάνουν τη Θεσσαλονίκη ξεχωριστό «βιότοπο» της Ορθοδόξου Θεολογίας

Άγιος Δημήτριος πολιούχος Θεσσαλονίκης.

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Καθηγ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη) Σύδνεϋ
Η Θεσσαλονίκη ως ο κατ’ εξοχήν «βιότοπος» της Ορθοδόξου Θεολογίας 

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/archiepiskopos-afstralias-stylianos-charkianakis-to-pathein-ta-theia-ton-pateron-einai-i-i-aparchi-tis-en-christo-pnevmatikis-zois/

Βλέπομε δηλαδή εδώ, ότι, ενώ στην -ιστορία του κηρύγματος τουλάχιστον- έχουμε συνηθίσει να αντιπαραθέτουμε τις δυο αδελφές του Λαζάρου ως εκπροσώπους αντιστοίχως της θεωρητικής νηπτικής ζωής αφ’ ενός και της πρακτικής ασκήσεως και αγαθοεργίας αφ’ ετέρου, ο κατ’ εξοχήν νηπτικός Πατήρ της αρχαίας Εκκλησίας Ισαάκ ο Σύρος δεν διστάζει να τις ταυτίσει ανεπιφυλάκτως, ως εξίσου διδάσκουσες το αυτό αδιαίρετο «πενθικό» κλίμα, που δημιουργεί η χαροποιός παρουσία του αιωνίου Νυμφίου.

Εις αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο φαίνεται ότι συγκροτείται η «μήτρα», δηλαδή ο χρονικός και τοπικός «καιρός» η άλλως ο «βιότοπος» της Θεολογίας.

Αν ο ενανθρωπήσας Θεός δεν θεωρηθεί στη δόξα και τη μοναδικότης τα του Νυμφίου, δεν θα καταυγάσει με το φως Του τη συνείδηση του πιστού σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αισθανθεί το πένθος της ένδειας που θα τον οδηγήσει απ’ ευθείας εις την επίκληση του «λάμπρυνόν μου την στολήν της Ψυχής. Φωτοδότα, και σώσόν με».

Και δεν είναι ασφαλώς τυχαίο το γεγονός ότι η Εκκλησία τα περί του Κυρίου ως «Νυμφίου» ετοποθέτησε ακριβώς εις την κατ’ εξοχήν έβδομάδα του πένθους, δηλαδή του Θείου Πάθους και της άκρας ταπεινώσεως, πουθενά δε αλλού σ’ ολόκληρο το εκκλησιαστικό έτος. Γιατί μόνο ως Νυμφίος και ως «αμνός» θυόμενος δίδεται και λαμβάνεται εξ ολοκλήρου ο ενανθρωπήσας Θεός εις τον άνθρωπο, τον οποίον και Εκείνος εκ των προτέρων απαιτεί εξ ολοκλήρου, εφ’ όσον εξ ολοκλήρου τον έκτισε, κατά την γνωστή ρήση του Ι. Αυγουστίνου.

Έχοντας με τα ανωτέρω επισημάνει το πνευματικό κλίμα και την ατμόσφαιρα που προϋποθέτει το θεολογείν μεταπτωτικώς, μπορούμε τώρα στη συνέχεια να επισημάνωμε, κάπως επιλεκτικά, κάποια από τα κυριώτερα χαρακτηριστικά της Θεσσαλονίκης, που εκ προοιμίου την καταξιώνουν ως ιδεώδη κοιτίδα και «βιότοπο» της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι ασφαλώς απότοκα όχι μονάχα της Ιστορίας, αλλά και της Γεωγραφίας του ιερού αυτού τόπου. Αυτό σημαί νει ότι δεν πρέπει να περιορισθούμε «μονοφυσιτικά», τρόπον τινά, στα χριστιανικά μόνο δεδομένα της «ανθρωπογεωγραφίας», αλλά σ’ ολόκληρο το ευρύτερο υλικο-πνευματικό διάγραμμα της άλλοτε Συν-βασιλεύουσας και σήμερα Συν-πρωτεύουσας.

Δεν θα δυσκολευόμουν καθόλου να ισχυρισθώ εδώ, ότι ήδη αυτό το «Συν», ακόμη και στον κοσμικό χαρακτηρισμό της Θεσσαλονίκης, αποτελεί ίσως τη στοιχειωδέστερη συμβολική έκφραση του κλίματος «κοινωνίας», που ανέκαθεν την συγκροτούσε, και που συγχρόνως είναι ό,τι περισ σότερο απαιτεί η Θεολογία, ως η συνεπέστερη εμπράγματη βίωση της «Θεανδρικότητας» μέσα στην Ιστορία.

Επεξηγηματικά μάλιστα θα έλεγα, ότι το «Συν» αυτό της εν προκειμένω «κοινωνίας» γίνεται ακόμη ιερώτερη υπόμνηση και προϋπόθεση εν Θεώ ζωής, όταν λαμβάνεται όπως ακριβώς και πραγματώθηκε πάντα στον ιστορικό βίο αυτής της πόλεως, όχι δηλαδή ως νομικά εξασφαλισμένη ανταγωνιστική διεκδίκηση σε κάποια απροσδιόριστη κοινή περιουσία, αλλά μάλλον ως εν ελευθερία και ευγνωμοσύνη «αποκαραδοκούμενη» ευκτική μετοχή. Εδώ άλλωστε βρίσκονται και τα πραγματικά όρια ανάμεσα στη φύση και τη χάρη.

Μνημονεύοντας πάντως και αξιολογώντας τα επί μέρους κυριώτερα γνωρίσματα, που κάνουν τη Θεσσαλονίκη ξεχωριστό «βιότοπο» της Ορθοδόξου Θεολογίας, οφείλομε να σταθούμε με ιδιαίτερη προσοχή στο γεγονός ότι η θεοφρούρητη αυτή πόλη, εκτός από τον εκτεινόμενο σε χιλιετίες ολόκληρες ιστορικο-πολιτιστικό βίο, διαθέτει και μια αδιάκοπη υπερχιλιετή ήδη άμεση γειτνίαση με το Άγιον Όρος, τον κατ’ εξοχήν τόπο Ορθοδόξου λατρείας, δακρύων και ασκήσεως.

Απ’ αυτή την άμεση γειτνίαση καθαγιαζόταν, όπως ήταν φυσικό σαν από αδιάλειπτη νυχθήμερη επίκληση – ολόκληρη η πνευματική κληρονομία του Βυζαντίου, όπως ανθούσε θαλερά στην «Συμβασιλεύουσα» και μεταδιδόταν δυναμικά σ’ όλες τις Ορθόδοξες χώρες της Βαλκανικής, όχι δε μονάχα ως θεολογική Γραμματεία, αλλά και ως Αγιογραφία, Ναοδομία, Δίκαιο, Έθιμα και Κοινωνικές δομές, καθώς και πάσης φύσεως θεσμικά μορφώματα.

Εκ παραλλήλου, τα έξοχα πρωτοχριστιανικά μνημεία και προσκυνήματα της Πόλεως του Αγίου Δημητρίου, εν συνδυασμώ με τα πνευματικά κινήματα που αναπτύχθηκαν σ’ αυτήν και την ευρύτερη περιοχή με κορυφαίο το φαινόμενο του ησυχασμού ανέδειξαν ηγετικές φυσιογνωμίες Ιεραρχών και Θεολόγων Πανορθοδόξου εμβέλειας, εφάμιλλες των οποίων διέθετε μόνον ο χρυσούς αιών της Εκκλησίας εις το Βυζάντιον.

Συνεχίζεται

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή