Πώς ο Άγιος Δημήτριος φρόντισε για την κατασκευή του νέου αργυρού κιβωρίου του και το μη λιώσιμο του αργυρού θρόνου του ναού

Άγιος Δημήτριος πολιούχος της Θεσσαλονίκης.

Περί του αργυρού θρόνου

1 Ακούσαμε τον φιλαλήθη τούτον αρχιερέα [Ευσέβιο] να διηγείται και τούτο, αναφερόμενο στην μεγάλη πρόνοια και προστασία του αθλοφόρου για την πόλι, την οποία με τη θέλησι του Θεού θα προσπαθήσωμε να διασαφήσωμε στα επόμενα. Συνέβηκε, λέγει, να εμπρησθή κατά την νύκτα το κιβώριο του που ήταν στο πανάγιο τέμενός του, το στολισμένο ολόκληρο με άργυρο, ώστε όλος ο άργυρος έλυωσε κι’ ένα μέρος εχάθηκε.

Ο οσιώτατος λοιπόν αυτός αρχιεπίσκοπος, σπεύδοντας να ανακατασκευάση αυτό το άγιο κιβώριο και μη ευρίσκοντας επαρκή την ποσότητα του χωνευμένου αργύρου για την ολοκλήρωσι του έργου, ήθελε να λυώση όλον τον αργυρό θρόνο που ήταν στον ίδιο πάνσεπτο ναό και να ολοκληρώση την κατασκευή του κιβωρίου ως αναγκαιότερη, διότι και τον αγιασμένο τάφο του μάρτυρος όπως λέγεται περιέκλειε και κατά τα άλλα ήταν πράγματι μεγάλο κόσμημα όλου του οίκου.

2 Αυτήν την απόφασι την εκράτησε μέσα του, χωρίς να τη γνωρίζη κανένας άλλος, δεν υπήρχε άλλωστε κανένα άλλο μέσο από όπου θα εδεχόταν την αναπλήρωσι του αργύρου που έλειπε.

Τότε φαίνεται σε όνειρο ο βοηθός όλων μας, ο μέγας μάρτυς του Χριστού Δημήτριος, σε κάποιον άνδρα, άριστο στον βίο και πρεσβύτερο στο αξίωμα, ονομαζόμενο Δημήτριο, και του είπε· «Πήγαινε να ειπής στον επίσκοπο της πόλεως, μη τολμήσης να διαλύσης τον θρόνο του οίκου μου».

Κι’ όταν έπραξε τούτο ο πρεσβύτερος, ο αρχιερεύς κατά πρώτον εξεπλάγη που εφανερώθηκε το σχέδιό του, διότι, όπως είπα, κανένας άλλος δεν εγνώριζε την κρυφή βουλή του. Έπειτα, νομίζοντας ότι ο πρεσβύτερος τα έπλασε αυτά με κάποια υπόνοια (διότι ήταν και προϊστάμενος του αναφερθέντος πανσέπτου ναού), τον έδιωξε με λίγα και λυπητερά λόγια· «τι είναι αυτά που άκουσες; Άφησέ με ήσυχον, αδελφέ».

3. Πάλι έπειτα από μερικές ημέρες, αφού εξήτασε πολλούς τρόπους και κανένα δεν ευρήκε κατάλληλο για να γίνη το υπόλοιπο του έργου, επανήλθε στο ίδιο σχέδιο περί του θρόνου. Και μόλις διέταξε να κληθή ο αργυροχόος, για να του παραγγείλη να πάρη τον θρόνο, την ίδια ώρα κάποιος τον ειδοποίησε· «ο πρεσβύτερος Δημήτριος ζητεί να εισέλθη προς την αγιωσύνη σου».

Κι’ αυτός, μόλις εισήλθε, του είπε, «ο σκεπαστής μας αθλοφόρος εμφανίσθηκε πάλι στον αρματωλό εμένα στον ύπνο κατά κάποιον τρόπο με σκυθρωπό πρόσωπο και με πρόσταξε ν’ αναγγείλω στη μακαριότητά σου κατά λέξι τα εξής· για την αγάπη σου, μη με λυπήσης με την αφαίρεσι του θρόνου».

Ακούοντας αυτά ο αρχιερεύς, δυσαρεστήθηκε μεν από τον πρεσβύτερο, διότι ενόμιζε ότι αυτός τα έπλαθε, και τον απέλυσε αυστηρότερα, αφού του εφανέρωσε πλέον το σχέδιό του λέγοντας· «κι᾿ από πού διατάσσεις να δοθή το έλλειμμα στην ποσότητα του αργύρου; αν γνωρίζης ότι υπάρχει άλλος τρόπος, ειπέτον· αν όχι, να μη κατακρίνης με αυθάδεια, κάνοντας τον έξυπνο στις θλίψεις των άλλων».

4. Ο πρεσβύτερος εξήλθε συγχυσμένος· διότι ο άγιος μάρτυς δεν του είχε ειπεί ακόμη τι έπρεπε να γίνη, αλλά μόνο απέτρεψε να διαλυθή ο θρόνος.

Κι’ έτσι ο πρεσβύτερος εθεωρείτο αναξιόπιστος σύμβουλος· πράγματι, έλεγε ότι ο άγιος παρήγγελλε να μη σηκωθή ο θρόνος από την θέσι του, από πού όμως έπρεπε να γίνη η ολοκλήρωσις του κιβωρίου, δεν μπορούσε να το ειπή.

5 Αφού η υπόθεσις αναβλήθηκε επί δέκα οκτώ μήνες, και δεν εφαινόταν άλλος τρόπος για να αναπληρώση την έλλειψι, απεφάσισε πλέον ο αρχιερεύς να πραγματοποιήση οπωσδήποτε το σχέδιό του, και να μη αφήνη τόσο άσχημο όλον τον ναό, εξ αιτίας της απουσίας της μεσαίας διακοσμήσεώς του.

Τότε λοιπόν με την ευδοκία του Θεού και ο πανένδοξος αθλοφόρος άνοιξε το χέρι το άφθονο και εμφανίζεται για τρίτη φορά στον πρεσβύτερο λέγοντας, «πήγαινε να ειπής στον επίσκοπο, μη αδιαφορής, εγώ ενδιαφέρομαι περισσότερο από σένα για τον οίκο μου και την πόλι, μη κάμης τίποτε».

Όταν ο πρεσβύτερος άκουσε αυτά έτρεξε γρήγορα προς τον αρχιεπίσκοπο και, αφού επήρε την άδεια, του ανήγγειλε όσα του εμφανίσθηκαν και του μετέφερε την παραγγελία να μείνη αμέριμνος.

Ο αρχιεπίσκοπος λοιπόν, με δάκρυα και έκπληξι από την τόση συγκατάβασι και πρόνοια του μάρτυρος επίστευσε με όλη την καρδιά του στην υπόσχεσί του, την οποία ο μάρτυς δεν εφανέρωνε προηγουμένως, για να δοκιμασθούν οι ψυχές μας, νομίζω, με μεγαλύτερη αγωνία· αφού επέρασε λίγη ώρα μετά την έξοδο του πρεσβυτέρου, λέγει στους γύρω του, που ήκουσαν όσα ελέχθηκαν τότε από τον πρεσβύτερο· «ας περιμένωμε ολίγο, αδελφοί, διότι η υπόσχεσις του αθλοφόρου είναι αδιάψευστη.»

6 Πριν ακόμη συμπληρώση τον λόγο του, κάποιος από τους δικούς του λέγει· «ο κυρ Μηνάς, στέκεται κάτω και θέλει ν’ ασπασθή τα πόδια σας, λέγοντας ότι θέλει να σας ανακοινώση κάτι γι’ αυτό μάλιστα ήλθε τέτοια ώρα»· ήταν η πέμπτη ώρα της ημέρας.

Αυτός, όταν ανέβηκε στον αρχιεπίσκοπο, λέγει· «επειδή χρεωστώ πολλά στον πανένδοξο μάρτυρα Δημήτριο, ο οποίος πολλές φορές με ελύτρωσε από κινδύνους και από τον ίδιο τον θάνατο, επανειλημμένως εξεκίνησα να προσφέρω κάτι μέτριο στον πάνσεπτο ναό του από την περιουσία που μου εδώρησε ο Θεός κι’ αισθανόμουν σαν να συνομιλούσε κάποιος στην ψυχή μου· ‘περίμενε, δεν είναι καιρός’.

Σήμερα όμως, παμμακάριστε πάτερ, από το πρωί έως αυτή την ώρα, με παρακινούν οι λογισμοί μου, λέγοντας, πρόσφερε όσα πολλές φορές υποσχέθηκες στον αθλοφόρο, διότι τώρα είναι ο κατάλληλος καιρός, και το δώρο να είναι σε άργυρο και όχι σε χρυσό.’ Παρακαλώ λοιπόν την αγιωσύνη σου να μη αποστραφής τον δούλο σου, αλλά δέξου την προσφορά μου σαν το διώβολο της χήρας και πρόσθεσέ το στο κιβώριο του μετά τον Θεό προστάτη της πόλεώς μας· διότι είναι πεπεισμένος ότι τούτο αποτελεί ακριβώς λατρεία στον μάρτυρα».

Και, αφού εφώναξε τον υπηρέτη, προσκόμισε εβδομήντα λίτρες αργύρου. «Είσαι υπεύθυνος απέναντι του Θεού, αν δεν τα δαπανήσης εκεί».

Ο αρχιερεύς, αφού αντιλήφθηκε την οικονομία του Θεού και την γρήγορη πρόνοια του αθλοφόρου, αποκρίθηκε· «ο Κύριος να σ’ ευλογήση, τέκνο· θα κάμω, όπως εζήτησες». Και τον απέλυσε.

7 Ο αρχιερεύς, αφού έφαγε κάτι, όπως το απαιτούσε η ώρα, και καθώς καθυστέρησε λίγο πριν βγη από την τράπεζα, δέχεται έναν υπάλληλο που του ανήγγειλε κάποιον Ιωάννη, ένα από τους παλαιούς δικηγόρους της Θεσσαλονίκης, που απηύθυνε παρομοίους με τον κύριο Μηνά λόγους και πρόσφερε λίτρες αργύρου σαράντα για τον ίδιο σκοπό υπέρ του αγιασμένου κιβωρίου.

Επίσης και άλλοι άνθρωποι, των οποίων το πνεύμα παρακίνησε ο Θεός, προσέφεραν κρυφά, χωρίς να τους μάθη κανείς πλην του αρχιερέως. Απ’ αυτά κατασκευάσθηκε αμέσως τούτο το περίλαμπρο έργο, που φαίνεται και τώρα· κι’ έτσι διαφημίσθηκε σε όλη την πόλι η ποικίλη κηδεμονία και θεάρεστη πρόνοια του αθλοφόρου.

Στο όνομα του Ιησού Χριστού μας, διότι σ’ αυτόν αρμόζει δόξα, τιμή και προσκύνησις μαζί με τον αθάνατο Πατέρα και το πανάγιο και ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.

Από το βιβλίο η «Γραμματεία των Δημητρείων, τόμος Α’, Διηγήσεις περί των θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου» του Κέντρου Αγιολογικών Μελετών Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης. Κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια Παναγιώτης Χρήστου.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή