Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Για τους βυζαντινούς του 14ου αι. και της αρχιτεκτονικής, τα εικονοστάσια στους δρόμους  

Ο ναός της «Μεταμορφώσεως του Σωτήρος», «Αγία Σωτήρα», ή «Σωτηράκι» στην οδό Εγνατία κοντά στην Καμάρα. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα του δήμου Θεσσαλονίκης.

Ο θεσσαλονικιός λογοτέχνης, ζωγράφος και στοχαστής Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης κοιμήθηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1993.

Συνέχεια από εδώ: https://agiatheodora.gr/mnimi-nikou-gavriil-pentziki-xesikonetai-to-plithos-stin-poli-tou-agiou-dimitriou/

Και τότε οι κοσμικοί, όπως ο Θεόδωρος Μετοχίτης, που διετέλεσε και πρωθυπουργός, αμιλλώμενοι τους εκκλησιαστικούς, κτίζουν ναούς. Ο Άθως ανανεώνεται. Ακμάζει στο φαράγγι του Αλιάκμονα η Σκήτη Βερροίας. Πληθαίνουν τα μοναστήρια στους απόρρωγας βράχους των Μετεώρων. Ένας εκ των ιδρυτών τους ήταν πρίγκηπας, από Ελληνίδα μάννα και Σέρβο πατέρα.

Στη Θεσσαλονίκη ιδιαίτερα τότε, κτίζονται πολλές εκκλησίες. Ο κτήτωρ της ωραιότερης ίσως είναι ο καταγόμενος από τη Βέρροια Πατριάρχης Νήφων. Στο πεζούλι των παραθύρων μιας απ’ αυτές, διάβασα, αδιαφιλονίκητο τεκμήριο ψυχικού δράματος, τις φράσεις: «ουκ αποθανώ αλλά ζήσομαι. Δεξιά Κυρίου εποίησεν δύναμιν».

Συγκρίνοντας με τις παλαιότερες βυζαντινές και μ’ ό,τι θρησκευτικό κτίζεται σήμερα, βοηθούμαστε στην κατανόηση του πνεύματος των εκκλησιών του ιδ’ αιώνα. Γενικά είναι μικρότερες των εκκλησιών των άλλων εποχών του Βυζαντίου.

Δεν προσφέρονται για δημόσιες τελετές. Πολλές φορές αποτελούν παρεκκλήσια, προσκολλημένα σ’ έναν αρχαιότερο ναό. Συχνότατα στις αρθρώσεις των σχετικά μεγαλύτερων επιφανειών τους, επανθίζει ομάς άλλων παρεκκλησίων. Κάποτε και εσωτερικώς διαμοιράζονται σε ξεχωριστά παρεκκλήσια.

Στον Άγιο Νικόλαο τον Ορφανό Θεσσαλονίκης, εκτός του Αγίου Νικολάου, συστεγάζονται η Αγία Βαρβάρα κι ο Άγιος Σάββας.

Αν έχουν σχετικώς υπερβάλλον ύψος, υπάρχει από κάτω κρύπτη με οστεοφυλάκιο. Οι περισσότερες ανήκαν σε μοναστήρια και περιήλθαν αργότερα σε οικογένειες. Έτσι π.χ., η Αγιά Σωτήρα παρά την Καμάρα. Παιδιά βρίσκαμε μεγαλύτερη ευχαρίστηση να εκκλησιαζόμαστε στο παρεκκλήσι των Άββοττ, παρά στη νεωτερική και μεγάλη «Ανάληψη».

Το σεμνό μέγεθος των εκκλησιών του ιδ’ αιώνα εμπνέει ιδιάζουσα οικειότητα. Η ψυχή φοβάται υπερβαλλόντως τις γενικεύσεις.

Η μεγάλη και τρισένδοξη Αγία Σοφία της Κωνσταντινουπόλεως, απήτησε μακρά και κοπιώδη σειρά σκέψεων των αρχιτεκτόνων Ανθεμίου και Ισιδώρου, μετά του πολυπληθούς επιτελείου των. Μόνο χάρις σε πυκνή συρροή σκέψεων επί το αυτό, το μεγάλο μπορεί να μη φαίνεται άδειο και η γενικότητα να ενσαρκωθεί εις πνεύμα.

Τούτο όμως δεν πραγματοποιείται, όταν, όπως σήμερα, το υλικό υπολογίζεται βιαστικά και γρήγορα σαν αριθμητική μονάδα. Ακόμα σήμερα μας συγκινούν κάτι μικρά ερημοκκλήσια, χτισμένα με υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί και κατά την αρχαιότητα.

Μας συγκινούν στις παρυφές των οδικών αρτηριών τα πολυπληθή εικονοστάσια, όσο κι αν είναι πρόχειρα, γιατί αισθητοποιούν μνήμες, διαβατάρικες μεν, αλλά προσφιλείς και πολύτιμες. Αναπολώ το παρά την Ασπροβάλτα προσκυνητάρι του στρατιώτη, που γλύτωσε ως εκ θαύματος από τη νάρκη, που ανατίναξε το τζέιμς 3/4 που οδηγούσε. Το προσκυνητάρι στο δρόμο του Ασβεστοχωρίου, όπου κατάπεσε στο γκρεμό το λεωφορείο, δίχως κανείς από τους επιβάτες να πάθει τίποτα, πλην ενός βιαστικού. Το προσκυνητάρι στο 52ο χιλιόμετρο της οδού Θεσσαλονίκης – Καβάλας, όπου ξεψύχησε ο γιατρός Αναγνώστου.

Πλήθος μνήμες καθαγιάζουν τα ελληνικά χώματα. Χτισμένες ως επί το πλείστον, άνευ σχεδίου (το μέτρημα των αντιστοίχως παραλλήλων πλευρών των σχημάτων τους πάντα σχεδόν εκφράζει αριθμούς διάφορους), γιατί ξεκινών από τη μνήμη ενός προτύπου, που προτίθενται να αντιγράψουν, και δια της αντιγραφής, προσαρμοζόμενοι στις εκάστοτε ρευστές ανάγκες, πρωτοτυπούν οι εκκλησίες του ιδ’ αιώνα, γεμάτες από μνήμες ευλαβείας.

Η ποικίλη ένθεση των πλίνθων στην τοιχοποιία, απλή σειρά ή διπλή, συνεχής ή διακοπτόμενη, ομαλή ή οδοντωτή, ψαροκόκκαλο ή μαίανδρος ελληνικός και διπλός, σταυρός, ή το μονόγραμμα του Ιησού Χριστού, ή μόνο τα σύμφωνα λέξεων πλουσίων σε περιεχόμενο, ή κυμάτια, ή τόξα, ή μάτια της ουράς παγωνιού, ή ρόδακας, αποτελεί πλούσιο σε καταθέσεις ψυχικές βαρύτιμο εργόχειρο.

Πολλά από τα σχεδιασμένα παράθυρα στους τοίχους είναι τυφλά, διακοσμούμενα πάλι με το ποικίλο εργόχειρο, το κέντημα της τοιχοποιίας. Έτσι απέξω, καθώς τις βλέπουμε, μοιάζουν κειμηλιοθήκες. Ο διακοσμητικός των πλούτος, αλαφρώνοντας το υλικό, τις καθιστά οικείες σαν ένα δαχτυλίδι ή αρραβώνα.

Το παιχνίδι από τα πολλαπλά και ποικίλα επίπεδα της στέγης, ιδίως όταν υπάρχουν τρούλοι, το τελείως οικείο και προσωπικό αυτό αντικείμενο, μας επιτρέπει να το αισθανώμαστε σαν πολιτεία ολάκερη. Ένα αδιάκοπο παιχνίδι αντιθέσεων. Το ευρέως συμμετρικό εν τη λεπτομερεία του είναι ασύμμετρο.

Όλα, καθώς ακόμα στεκόμαστε απέξω, μας επιτρέπουν την αισθητοποίηση ενός ρυθμού, σα να βρισκόμαστε στην άκρη μιας απεράντου θαλάσσης, θεωρούντες τις αλλεπάλληλες σειρές των επερχομένων κυμάτων, που ο φλοίσβος τους σβήνει στην άμμο. Και στο εσωτερικό του ναού ο ρυθμός συνεχίζεται, αλλά είναι άλλο πράγμα.

Μιας εξαρχής, νιώθουμε όπως ο τριήμερος Ιωνάς στην κοιλία του κήτους ή σαν τον Νώε, που ‘μεινε στην Κιβωτό ολόκληρη σαρακοστή.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, «Προς εκκλησιασμό» των εκδόσεων Δόμος.

Επιμέλεια: Στ.Κ.

Κύλιση στην κορυφή