+ Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Το «παθείν τα θεία» των Πατέρων είναι η η απαρχή της εν Χριστώ πνευματικής ζωής

Ιερός Ναός Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης, «Ανάληψη». Ψηφιδωτό τρούλου, λεπτομέρεια*. 

Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Καθηγ. Στυλιανού (Χαρκιανάκη) Σύδνεϋ
Η Θεσσαλονίκη ως ο κατ’ εξοχήν «βιότοπος» της Ορθοδόξου Θεολογίας 

Αφού εκφράσω θερμές ευχαριστίες προς τους οργανωτάς, για την ευγενή πρόσκληση να μετάσχω με ανάλογη εισήγηση στο άκρως ενδιαφέρον τούτο Θεολογικό Συνέδριο, θα ήθελα να προβώ σε μια θεμελιώδη δήλωση εκ προοιμίου.

Προτιθέμενος να τεκμηριώσω ενώπιον ενός τόσον υψηλού θεολογικού ακροατηρίου την πεποίθησή μου να θεωρώ την Θεσσαλονίκη ως «τον κατ’ εξοχήν βιότοπο της Ορθοδόξου Θεολογίας κατά το Β’ ήμισυ του εκπνέοντος 20ου αιώνος», φοβούμαι ότι η διατύπωση των εν προκειμένω θέσεων και απόψεών μου δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς μια παράλληλη, ή μάλλον προτασσόμενη, υπενθύμιση των πιο ουσιαστικών γνωρισμάτων της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Γιατί, φαίνεται, η οργανική αυτή διαπλοκή είναι αναπόφευκτη, όπως θα δούμε, όχι μόνο για λόγους τεχνικούς-μεθοδολογικούς, αλλά μάλλον από λόγους βαθιά αξιωματικούς.

Ελπίζω πάντως, μ’ αυτή την εισαγωγική δήλωση να μη θεωρηθεί ότι καθ’ οιονδήποτε τρόπο θίγω το Ορθόδοξο τουλάχιστον θεολογικό κοινό, δίδοντας την εσφαλμένη εντύπωση ότι δεν αναγνωρίζω, ως από μακρού γνωστά και επισήμως καθιερωμένα στην εν γένει Παράδοσή μας, τα αυθεντικά γνωρίσματα της Ορθοδόξου Θεολογίας.

Παρά ταύτα, ως Ορθόδοξος θεολογών Επίσκοπος, δεν μπορώ να μην εκφράσω τουλάχιστον την έκπληξή μου για το γεγονός ότι, αν και κατά κόρον ισχυριζόμαστε ότι αποτελούμε, οι Ορθόδοξοι, την πιστή οργανική συνέχεια της Α΄ χριστιανικής χιλιετίας, όμως κι’ εμείς εν πολλοίς έχουμε αποκόψει προ πολλού τη Θεολογία από την αυθεντική και αναντικατάστατη ρίζα της, που είναι η προσευχή και η εν γένει νηπτική ατμόσφαιρα της λατρείας.

Ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα ουσιαστικώτερα στάδια της Θεολογίας -που είναι ως γνωστόν η θεοπτία, με άμεσο αίτημα και προέκταση τη θέωση- έχει καταντήσει να ακούωνται πια και σε μας τους Ορθοδόξους σήμερα, ως περίπου «παραισθητικές», η τουλάχιστον μυθικές φιλοδοξίες. Μια τέτοια όμως εσωτερική αποψίλωση επόμενο ήταν να μην αφήνει Όλες διεξόδους και σ’ εμάς, παρά είτε ένα στείρο ιστορισμό, υπό μορφή θετικιστικού επιστημονισμού, ή ακόμη χειρότερα – έναν αφόρητο ορθολογικό διανοητισμό.

Περιττό να πούμε ότι συνδυασμό, ακόμη πιο επικίνδυνο, και των δύο αυτών παρεκκλίσεων αποτελεί ο πρωτοφανής σχετικισμός, που εισηγούνται τα τελευταία χρόνια κορυφαίοι εκπρόσωποι του Π.Σ.Ε. με τις λεγόμενες «contextual theologies», στη θέση της δήθεν παρηκμασμένης «κλασικής θεολογίας», έχοντας εμφανώς επηρεάσει όχι λίγους και από τους δικούς μας -καλοπροαίρετους κατά τα άλλα – οικουμενιστές.

Κι’ όλ’ αυτά δυστυχώς σε μια εποχή, που ακόμη και οι πιο ορθολογιστές Δυτικοί Θεολόγοι αισθάνονται ένα, έστω ανομολόγητο, ρίγος και μόνο στο άκουσμα του χαρακτηριστικού τίτλου «Η μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας», ανεξαρτήτως μέχρι ποίου βαθμού ανταποκρίνεται σ’ αυτόν τον άκρως απαιτητικό τίτλο, το περιεχόμενο του ομώνυμου γνωστού βιβλίου του αειμνήστου V. Lossky.

Αν όμως «Θεολογία» είναι μάλλον ο εκ Θεού, παρά ο περί Θεού, λόγος, τότε ασφαλώς εις την θέση του διανοητισμού, αυτοδικαίως και θεοπρεπώς, τοποθετείται η «επίκληση». Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο δεν θα ήταν περιττό να θυμηθούμε τον ορισμό που έδωσε για τον θεολόγο ο Coccejus στον 17ο αιώνα, χωρίς ν’ αφήσει ασυγκίνητο ένα πνεύμα σαν τον Karl Barth, που, ως γνωστόν, τον παραθέτει εισαγωγικώς, σχεδόν σαν προμετωπίδα, στον πρώτο τόμο της πολύτομης Δογματικής του, και μάλιστα στην αρχική ελληνική του διατύπωση: «Θεολόγος est ο τον θεόν εκ θεού ενώπιον του θεού εις δόξαν αυτού λέγων» (Summa theol., 1669,1,1).

Για να λαλήσει όμως ο θεολογών άνθρωπος «εκ Θεού» και «εις δόξαν Θεού» οφείλει ασφαλώς να υπερβεί την αντίσταση που εδημιούργησε στη σχέση του με τον Θεό η προπατορική πτώση. Έτσι, το αληθώς θεολογείν έχει ως ουσιωδέστατη και αξιωματική προϋπόθεση ένα διπλό όρο. Από το ένα μέρος έναν αέναο καθαρμό, κι’ από το άλλο μιαν ανεπιφύλακτη ανιδιοτέλεια.

Υπόδειγμα και συμβολική προτύπωση του πρώτου σκέλους του όρου αποτελεί, ως γνωστόν, ήδη από την Π. Διαθήκη, η κλήση των Προφητών, με την δραματικότητα που περιγράφεται από τον Ησαΐα (βλ. 6,6). Για το δεύτερο σκέλος του όρου, ανυπέρβλητο ιδεώδες και πρότυπο μένει πάντα η Θεοτόκος. Προφητική απελευθέρωση λοιπόν αφ’ ενός, και λατρευτική ιστορικότητα αφ’ ετέρου είναι οι κεντρικές διαστάσεις που εξασφαλίζουν αυθεντικότητα στον θεολογικό λόγο.

Την αξιωματική αυτή τοποθέτηση δεν παρέλειψε βέβαια να υπενθυμίζει πάντα, θεωρητικά τουλάχιστον, η θεολογική σκέψη σ’ Ανατολή και Δύση (με τα γνωστά διαλεκτικά ζεύγη Ιστορία και Αποκάλυψη, Λόγος και Αποκάλυψη, Εμπειρία και Εσχατολογία ή άλλα παρεμφερή).

Τελείως ενδεικτικά υπενθυμίζω ότι ο Δυτικός Κ. Rahner είχε την ευαισθησία, και την τόλμη συγχρόνως, να κηρύξει όλη τη σύγχρονη Ακαδημαϊκή Θεολογία μας σ’ Ανατολή και Δύση ως ατελέσφορη στο σύγχρονο κόσμο ακόμη και των πιστών, επειδή ακριβώς δεν είναι πιά Θεολογία «γονυπετούσα» (kniende), αλλά «καθημένη» (kitzende). Γενικώς πάντως, δεν φαίνεται να γίνεται, δυστυχώς, ευρύτερα σεβαστή η μνημονευθείσα πιο πάνω διπολικότητα, που απαιτεί το αληθώς θεολογείν, μεταξύ προφητικής απελευθερώσεως και λατρευτικής ιστορικότητας.

Κυριώτερος λόγος για μια τέτοια ριζική ασυνέπεια, θα πρέπει ίσως να θεωρηθεί το γεγονός, ότι δεν εκτιμήθηκε πάντοτε όσο θάπρεπε από τους θεολογούντας η κατ’ εξοχήν δημιουργική ατμόσφαιρα που εξασφαλίζει εις τους «εκζητούντας τον Κύριον» το «χαροποιόν πένθος», η «θεοφιλής πενία» η η λεγόμενη «χαρμολύπη» στην νηπτική παράδοση της Εκκλησίας.

Εδώ όμως ακριβώς πρέπει να υπενθυμίσωμε, ότι το «παθείν τα θεία» των Πατέρων δεν είναι απλώς ένας εξελικτικός σταθμός στην όλη πορεία προς την Θεολογία, τη θεοπτία και τη θέωση. Είναι αφετηριακή, ριζική προϋπόθεση. Είναι δηλαδή αυτή η απαρχή της εν Χριστώ πνευματικής ζωής. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι, απ’ αυτή την άποψη, «πένθος» και «πάθος» συναιρούνται σε μια αδιάσπαστη συνιστώσα του θεολογείν.

Την ιδιαιτέρως βαρύνουσα σπουδαιότητα πένθους και πάθους για τη Θεολογία πολύ χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, όταν προτρέπει τον ακροατή του να επικαλείται, συγχρόνως και εξίσου, ως διδασκάλους, Μαρίαν και Μάρθαν: «Επικαλού την Μαρίαν και Μάρθαν όπως σε διδάξωσι πενθικάς φωνάς» (Τα ευρεθέντα Ασκητικά, λόγος β’, περί απαρνήσεως κόσμου κλπ.).

Συνεχίζεται

* Η φωτογραφία είναι από την ιστοσελίδα: https://www.thessmemory.gr/%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%B8%CE%B5%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%B7/%CE%B7-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7-%CE%B5%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CF%83%CE%BF%CF%86/

Απόσπασμα από τα πρακτικά του διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ η «Θεσσαλονίκη ως κέντρο Ορθοδόξου Θεολογίας προοπτικές στη σημερινή Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Θεσσαλονίκη από 21-25 Μαΐου του 1997. 

Κύλιση στην κορυφή