
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Ομιλία 37
Στην πάνσεπτη κοίμησι της πανυπέραγνης Δέσποινάς μας Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας
1 Την ομιλία μου σήμερα προς την αγάπη σας και πόθος την συνθέτει και χρέος· όχι μόνο διότι και θέλω εξ αιτίας της προς σας αγάπης και οφείλω κατά τους ιερούς θεσμούς να εμβάλλω λόγο σωτήριο στις φιλόθεες ακοές σας και να θρέψω με αυτόν τις ψυχές σας, αλλά και διότι περισσότερο από κάθε άλλο θέμα χρεωστώ και αγαπώ να διηγούμαι στην εκκλησία τα μεγαλεία της αειπάρθενης και Θεομήτορος.
Αλλά ο μεν πόθος, που αντί απλού είναι διπλός, ανυψώνει και παρακαλεί και προτρέπει, η δε ανάγκη του χρέους και βιάζει· ο λόγος όμως δεν μπορεί να προσεγγίση τα υπεράνω του λόγου, όπως ούτε οφθαλμός δεν μπορεί να προσβλέπη ατενώς προς τον ήλιο.
Επειδή όμως δεν είναι μεν δυνατό να εκφρασθούν τα υπέρ λόγο, είναι όμως δυνατό κατά φιλανθρωπία των υμνουμένων να υμνούμε, επιτρέπεται και τα άψαυστα να μη ψαύσωμε καθόλου και την με τα λόγια οφειλή ν’ αποδώσωμε και τον προς τη Θεομήτορα πόθο ν’ αφιερώσωμε διά των κατά τη δύναμί μας ύμνων.
2 Αν δε «ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια», πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων, διά της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους, δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος, πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες;
Όπως άλλωστε το πράττομε σήμερα που εορτάζομε την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της, που αν και με αυτή είναι ολίγο κατωτέρα από τους αγγέλους εξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και όλες τις επάνω από αυτούς υπερκόσμιες δυνάμεις διά της εγγύτητος προς τον Θεό των όλων και διά των από ανέκαθεν γραμμένων και πραγματοποιημένων σ’ αυτήν θαυμασίων.
3 Διότι γι’ αυτήν συνέβησαν θείες προρρήσεις θεολήπτων προφητών θαυματουργίες που προεδείκνυαν ότι επρόκειτο να έλθη το μέγα θαύμα της οικουμένης, αυτή η αειπάρθενη Θεομήτωρ·
μεταβολές γενών και πραγμάτων, που προοδοποιούσαν την έκβασι του γύρω από αυτήν παραδόξου μυστηρίου·
διατάξεις του Πνεύματος που προδιατύπωναν ποικιλοτρόπως την αλήθεια που θα πραγματοποιόταν·
τέλος, μάλλον δε αρχή και ρίζα των παραπέρα θαυμάτων και πραγμάτων, επαγγελία του Θεού τελεσφόρος προς τον Ιωακείμ και την Άννα, τους τότε κορυφαίους στην αρετή, ότι οι από τη νεότητά τους άγονοι θα τεκνοποιήσουν σε βαθύ γήρας, και μάλιστα θα τεκνοποιήσουν εκείνην που θα τεκνοποιήση ασπόρως τον αχρόνως γεννημένον προ αιώνων από τον Θεό Πατέρα·
επίσης δε ευχή ότι αυτοί που τόσο παράδοξα εγέννησαν την μέλλουσα να τεκνοποιήση παραδοξότερα ότι θα αντιδώσουν την δοσμένη στον δότη, αξιοθαύμαστη ευχή σύμφωνα με την οποία έγινε εξαίσια μετοίκησις της Θεομήτορος, βρέφους ακόμη, από τον οίκο του πατέρα της στον οίκο του Θεού, και παράδοξη παραμονή επί όχι ολίγα χρόνια σ’ αυτά τα άγια των αγίων, όπου απόρρητη τροφή εχορηγείτο με φροντίδα αγγέλων·
τροφή που δεν μπόρεσε να γευθή ο Αδάμ, διότι τότε δεν θα εξέπιπτε από τη ζωή, όπως δεν εξέπεσε ούτε η πάναγνη αυτή, αν και εξ αιτίας εκείνου, υποχωρώντας για λίγο στις φυσικές απαιτήσεις, όπως και ο υιός της, τώρα μετέβηκε από τη γη στον ουρανό.
4 Αλλά βέβαια μετά την απόρρητη εκείνη τροφή, συνέβησαν σχετικά με την Παρθένο αυτήν μυστικωτάτη οικονομία μνηστείας και ασπασμός παράδοξος και υπεράνω λογικής δι’ αρχαγγέλου που επέταξε από επάνω και μηνύματα και προσφωνήσεις Θεού, αντίστροφα προς την καταδίκη της Εύας και του Αδάμ και θεραπευτικά της προς εκείνους κατάρας, την οποία μετατρέπουν σ’ ευλογία.
Διότι το μυστικό κάλλος αυτής της αειπάρθενης επεθύμησε ο βασιλεύς του παντός, όπως προεφήτευσε ο Δαβίδ, και κλίνοντας τους ουρανούς κατέβηκε και την επεσκίασε, μάλλον δε ενοίκησε σ’ αυτήν η ενυπόστατη δύναμις του Υψίστου, καθ’ όσον δεν έδειξε την παρουσία του διά γνόφου και πυρός, όπως επί του θεόπτη Μωυσέως, ούτε διά λαίλαπος και νεφέλης, όπως επί του προφήτη Ηλία, αλλά αμέσως χωρίς παραπέτασμα η δύναμις του Υψίστου επισκιάζει την πανυπέραγνη και παρθενική γαστέρα, χωρίς να υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο, ούτε αέρας ούτε αιθέρας, ούτε κάτι από τα αισθητά ούτε κάτι επάνω από αυτά· τούτο δε δεν είναι επισκίασις, αλλά καθαρά ένωσις.
Συνεχίζεται
Από τον τόμο «Γρηγορίου Παλαμά, έργα 10» των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος ο Παλαμάς». Εισαγωγή, κείμενο, μετάφραση, σχόλια, Παναγιώτης Κ. Χρήστου.
